Sunday, October 31, 2010

Asocial Network


Αν κάτι δεν με ικανοποίησε στο Social Network είναι το στερεοτυπικό cherchez la femme: πίσω από τον αυτιστικό άνδρα αναζητήστε τη the one that got away ιδανική γυναίκα. Θα μου πείτε βέβαια ότι δεν πρόκειται για το πρόσωπο αυτό καθαυτό αλλά για τη ματαιοδοξία ενός ανθρωπου και την ψυχαναγκαστική του ανάγκη να την προσωποποιήσει. Άλλωστε, σε αντίθεση με τα σχόλια όσων αντιλαμβάνονται μια μυθοπλασία (έστω και βασισμένη στις εκμυστηρεύσεις της μιας πλευράς των πραγματικών προσώπων) ως κινηματογραφική απόδοση της απόλυτης αλήθειας, από την «κρυφή ιστορία του Facebook» κρατάει κανείς μάλλον τις αγελαίες συμπεριφορές, την αδίστακτη επιχειρηματική λογική (χάριν της οποίας ακυρώνονται οι προσωπικές σχέσεις που όλως τυχαίως αποτελούν το επαγγελματικό αντικείμενο του πόθου) και την επένδυσή της ενίοτε με αμπελοφιλοσοφίες περί του διαδικτύου ως λυδίας λίθου της ανθρώπινης ύπαρξης. Χωρίς όλα αυτά να υποτιμούν την εξαιρετική σε βλέμματα, στάση και προσέγγιση ερμηνεία του Jesse Eisenberg ως evil twin του Mr. Spock: το καλύτερο twist της ταινίας είναι ότι το Facebook επινόησε ο τελευταίος των Βουλκάνιων.

Thursday, October 21, 2010

A Design for Life



Κάποτε ήταν η ρωσική πρωτοπορία. Τώρα εναπόκειται στην ΟΝΝΕΔ Oil (με σήμα τον Πήγασο) και σε άλλα ευρηματικά δείγματα αισθητικής καινοτομίας (το πουλί της Χούντας, ο λογότυπος της PALSO, η μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας της Q Telecom) να διαγκωνίζονται σε μια επίκαιρη αναζήτηση νοήματος και αξίας του συμβολικού κεφαλαίου χάριν του μέλλοντος της χρυσής ελληνικής νεολαίας.

Sunday, October 17, 2010

False flags



Πίσω από τα
φωνητικά του υπαρξιακού πολιτικού angst που ουδόλως προέβλεπε το 2006 την έλευση της οικονομικής ύφεσης ως ταιριαστού συνοδοιπόρου της κοινωνικής έκρηξης των κατά Sarkozy racailles, strangely Morriconeish ήχοι μοιάζουν να ζητούν τον Sergio Leone του 21ου αιώνα για μια λιγότερη επική και περισσότερο πραγματιστική απόδοση των αστικών αυτή τη φορά βιογραφιών ηττημένων, φτωχοδιαβόλων ή κυνηγών επικηρυγμένων του πολιτισμού.

Monday, October 4, 2010

Fiendish creatures



Ομολογώ την αμαρτία μου εξαρχής: δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για τον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου (The Fiend of Athens, αγγλιστί). Είχα την αμυδρή εντύπωση ότι η υπόθεση του έχει κοινά στοιχεία με το Θεριό του Ταύρου του Αζίζ Νεσίν που θυμάμαι να βλέπω μικρός στο Θέατρο Άλφα (Στέφανος Ληναίος – Έλλη Φωτίου και τα της πολιτικοποίησης των ‘80s), και πέραν τούτου ουδέν. Τουλάχιστον ως τη στιγμή που ανακάλυψα ότι ο Jonathan Franzen τον εκτιμά τόσο ώστε όχι μόνο να παραπέμπει ευθέως σε αυτόν αλλά και να τιτλοφορεί The Fiend of Washington ένα από τα καταληκτικά κεφάλαια του Freedom.


Υποπτεύομαι ότι ο Franzen όχι μόνο θεωρεί τα λάθη αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης αλλά και αδυνατεί να φανταστεί την εξέλιξη της προσωπικότητας χωρίς αυτά. Όπως και οι συνάδελφοί τους ήρωες του εξαίρετου The Corrections, εκείνοι του Freedom έχουν περισσότερα να μας πουν γι' αυτά παρά για την ίδια την έννοια της ελευθερίας: αν το προηγούμενο βιβλίο διακρινόταν από την εμμονή της διόρθωσης των λαθών, το παρόν πρέπει να διαβαστεί ως το ευαγγέλιο της ελευθερίας της διάπραξής τους. Ίσως εκεί να οφείλεται και η έντονη αίσθηση της απτότητας που διακρίνει τα εκάστοτε πρόσωπα της δράσης: μακριά από το τραγικό εθνοτικό / κοινωνικό / ηλικιακό angst των πρόσφατων έργων τού Philip Roth, τις ψυχρές αφαιρετικές εκφράσεις θεωρίας που παρουσιάζονται εν είδει πρωταγωνιστών στα κείμενα του αίφνης διάσημου Tom McCarthy η τις στρογγυλές προσωπικότητες της αξιότατης κατά τα άλλα Zadie Smith, οι γονείς του Franzen έχουν την αναγνωρίσιμη παρεμβατικότητα των δικών μας, τα κωλόπαιδά του εκείνη τη χαρακτηριστική δόση righteousness, οι οικογένειές του μια λειτουργική έλλειψη λειτουργικότητας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι οι κορυφαίες του σκηνές είναι πάντοτε βίαιες αντιπαραθέσεις, χωρίς καθάρσεις και χωρίς αποτέλεσμα: ως χρονικογράφος των ανθρωπίνων λαθών ο Jonathan Franzen γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτα απλούστερο από την ευχέρεια της επανάληψής τους – γι' αυτό και γράφει τις σκληρότερες λεκτικές μετωπικές, την αιχμηρότερη λεηλασία συναισθημάτων, τους καλύτερους καυγάδες της σύγχρονης αγγλόφωνης λογοτεχνίας.

Monday, September 13, 2010

Past Imperfect

“The Third Republic, is said, died unloved”. Προτού υποκύψει στην πλάγια μυοτροφική σκλήρυνση που τον καθιστούσε φυλακισμένο στο ίδιο του το σώμα εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου, ο Tony Judt είχε να μας μιλήσει για κάποια πράγματα. Όχι μόνο of shoes and ships and sealing wax, of cabbages and kings and why the sea is boiling hot and whether pigs have wings, αλλά και περί σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας και μεταπολεμικού κόσμου και κυρίως περί κοινωνιών σε κρίση. Διαβάζοντας κανείς το προοίμιο του Past Imperfect: French Intellectuals 1944-1956 έχει την αίσθηση ότι περιδιαβαίνει το τοπίο που πολλοί άνθρωποι της δημόσιας σφαίρας βλέπουν στην ελληνική κοινωνία – και είναι η Γαλλία της δεκαετίας του ’30. Drieu la Rochelle: «Ο μόνος τρόπος να αγαπά κανείς τη Γαλλία σήμερα είναι να τη μισεί στην τωρινή μορφή της». Jean – Pierre Maxence: «Ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οδηγούνται προς το μεγαλείο και την περιπέτεια, οι δικοί μας ηγέτες μας καλούν να μετατρέψουμε τη Γαλλία σε ασφαλιστική έταιρεία». Denis de Rougemont: ο εχθρός είναι «η φιλελεύθερη σκέψη». Στο τέλος της όλης διαδικασίας, την επαύριο μιας δεινής στρατιωτικής ήττας, η οποία εξακολουθεί να παραμένει για τους Γάλλους étrange defaite, συντηρητικοί και ριζοσπάστες δεξιοί από τους παραπάνω θα αναλάβουν υπό την αιγίδα των Ναζί την την ανάπλαση των ονείρων τους: η Republique θα γίνει État, το τρίπτυχο Liberté, Egalité, Fraternité θα αντικατασταθεί από το Travail, Famille, Patrie, το Παρίσι θα υποσκελιστεί από το Βισύ. Τα Hollow Years, όπως τιτλοφορεί ο Eugen Weber το δικό του χρονικό της πτώσης της Τρίτης Δημοκρατίας, κατοικούσαν οπωσδήποτε κάποιοι hollow men.

Saturday, August 28, 2010

When gravity fails


Σε σύγκριση με πολλές από τις πρηγούμενές του ταινίες, το Inception αποτελεί για τον Christophern Nolan μια ευγενή εξαπάτηση. Όχι γιατί αποδεικνύεται εξόφθαλμη αποτυχία, αλλά γιατί μπαίνοντας στα μονοπάτια της αμφισβήτησης της πραγματικότητας, ο γοητευτικός και ολισθηρός δρόμος που ανοίγεται μπροστά του έχει, πρόχειρα, δύο προοπτικές. Ή θα ακολουθήσει την πεπατημένη των ψυχολογικών / ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων ή θα βαδίσει στα χνάρια του Philip K. Dick αναφορικά με την εμπειρία των αισθήσεων ως only apparently real. Η χυδαία μορφή της πρώτης βρίσκεται στο υπόβαθρο της μισής χολιγουντιανής παραγωγής, ενώ η επιλογή της έτερης επιχειρείται σποραδικά, από κλεψίτυπα όπως το Matrix ως παρολίγον αριστουργήματα σαν το 12 Monkeys, δίχως να προκύψει ως τώρα έργο-σταθμός. Κλίνοντας προς τη δεύτερη πλευρά, ο Nolan δίνει ένα φιλμ πιστότερο στο πνεύμα του Dick από ό,τι υπήρξε το φιλόδοξο μεν, προβληματικό λόγω happy end δε Minority Report, ωστόσο το όλο εγχείρημα μοιάζει αυτή τη φορά πολύ περισσότερο με διανοητική άσκηση παρά με δοκίμιο για την ανθρώπινη κατάσταση. Τα βασικά ερωτήματα είναι στη θέση τους, οι χαρακτήρες ορίζονται από λεπτομέρειες, όχι απλώς από primary colours, ο συγχρονισμός των επιπέδων της ταινίας διατηρείται άψογος, όμως το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει να εστιάζει κυρίως σε επί της οθόνης ιδέες που περιπλέκουν επιτυχώς ένα απλό τελικά σενάριο. Μετά τις λύσεις, τις ανατροπές και τις καθάρσεις, η όλη αίσθηση είναι ότι είχες την τύχη να παρατηρήσεις ένα πολύ όμορφο παιχνίδι να ξεκουρδίζεται υποδειγματικά, χωρίς όμως τις εκ των υστέρων εκρήξεις συνειδητοποίησης όσων είχες παραβλέψει την ώρα της προβολής, χωρίς τις συνήθεις προς διερεύνηση ή προς συζήτηση εννοιολογικές παραμέτρους, χωρίς την εντύπωση ότι όσα είδες παραπέμπουν σε κάτι θεωρητικά πολυπλοκότερο του προφανούς "who dreams reality". Αν ο Nolan του Inception παραμένει άξιος σεβασμού και θέασης είναι γιατί, ως αριστοτέχνης της deception, ακόμη και όταν αποτυγχάνει η βαρύτητα, βρίσκει τον τρόπο να την επαναφέρει.

Sunday, July 25, 2010

The eternity of an Eternal City


Σε μια πόλη φημισμένη για τους λόφους της ένας παραπάνω δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία, πόσο μάλλον όταν βλέπει το έδαφος από το ταπεινό ύψος των 35 μέτρων. Οπωσδήποτε, δεν πρόκειται για έναν από τους διακριτούς επτά που της δίνουν την προσωνυμία της και συγκριτικά με τον Καπιτώλιο ή τον Αβεντίνο οι ιστορικές του συνδηλώσεις είναι πολύ πιο περιορισμένες. Το Monte Testaccio άλλωστε δεν αποτελεί φυσικό σχηματισμό: είναι αποτέλεσμα αποθέσεων στις όχθες του Τίβερη περίπου 53 εκατομμυρίων σπασμένων αμφορέων διά των οποίων μεταφέρθηκαν στη Ρώμη από τα μέσα του 1ου ως τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. 6 δισεκατομμύρια λίτρα λαδιού. Προορισμένο για τις δωρεάν διανομές σε στρατιωτικά τμήματα, αλλά και για τις καθιερωμένες δωρεές με τις οποίες ηγέτες της Δημοκρατίας και αυτοκράτορες λάδωναν εκείνη την πρώιμη μορφή κοινής γνώμης που απαντά στα αριστοκρατικού κατά κανόνα χαρακτήρα κείμενα της εποχής ως «όχλος», προερχόμενο από τις επαρχίες της Αφρικής και της Ισπανίας, έκανε την εμφάνισή του στις προβλήτες της αιώνιας πόλης μέσα σε ογκώδη και δύσχρηστα αγγεία, δύσκολα ανακυκλώσιμα προς περαιτέρω χρήση. Από την εποχή περίπου του Μάρκου Αυρηλίου, το τελευταίο σταδιο του ταξιδιού τους περιελάμβανε τη μετάγγιση σε μικρότερα πιθάρια και την απόρριψη των αρχικών στη χωματερή του Monte Testaccio. Το τελικό συμπέρασμα είναι προφανές: τεχνουργήματα και εξαιρετικά έργα τέχνης μπορεί να παράγονται σε αφθονία, ωστόσο αυτό που αδιαμφισβήτητα μένει στην αιωνιότητα από κάθε πολιτισμό είναι τα σκουπίδια του.