Monday, April 7, 2008

Equus albus

Ιπποκλίνομαι στον ελληνικό περιοδικό τύπο και τις ιπποχθόνιες εμπνεύσεις του...
Υ.Γ. Για την ενημέρωσή σας επί του ημερησίου φρόντισε ήδη ο Sraosha και η περιστασιακή μας synchronicity.

Sunday, March 16, 2008

Fail-Safe


Στον απόηχο της κρίσης των πυραύλων της Κούβας η Columbia Pictures έδωσε το ok για το γύρισμα δύο ταινιών με θέμα τον Ψυχρό Πόλεμο και τις δυνητικές συνέπειες μιας κρίσης που θα έφτανε στα άκρα. Αντλώντας από πρόσφατα παρόμοια μυθιστορήματα οι σκηνοθέτες επέλεξαν διαφορετικά οχήματα, την κωμωδία, έστω και μαύρη, και το δράμα αντίστοιχα, για να καταλήξουν παρ’ όλα αυτά σε παρόμοια συμπεράσματα: ότι μια ενδεχόμενη νέα κλιμάκωση της έντασης δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει κάποια στιγμή στην καταστροφή – μερική ή απόλυτη.

Ο Stanley Kubrick επέβαλε ουσιαστικά στην Columbia να κυκλοφορήσει πρώτη η δική του ταινία, τον Ιανουάριο του 1964. Κι επειδή φυσικά ήταν ο Stanley Kubrick, o Dr Strangelove αποτελεί ως σήμερα must see για κάθε κινηματογραφόφιλο, εν μέρει μόνο γιατί είναι κωμωδία. Το Fail-Safe, από την άλλη πλευρά, βρέθηκε αναγκαστικά από τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς στη σκιά της δεξιοτεχνίας του Kubrick, από την οποία δεν βγήκε ποτέ. Παρά το στυλιζάρισμά της και κάποιες κοινοτοπίες χαρακτήρων και καταστάσεων, η ταινία του κάθε άλλο παρά τυχαίου Sidney Lumet επιτυγχάνει από πολλές απόψεις περισσότερο το στόχο της. Αποδίδει καλύτερα τα δύο κυρίαρχα στοιχεία του Ψυχρού Πολέμου, την παράνοια και τη γεροντοκρατία. Λειτουργεί άρτια στο επίπεδο της suspension of disbelief, σε μια θεματική πλοκή που ευνοεί την μαύρη κωμωδία, όχι τη σοβαροφάνεια του δράματος. Έχει τόσο εξαιρετικό σκηνοθετικά τέλος (οι εκρήξεις του Kubrick; Χα!) που οφείλεις να παραμείνεις καθηλωμένος στη θέση σου μέχρι να πέσει και ο τελευταίος τίτλος (για δύο λόγους, από τους οποίους ο ένας είναι ο ήχος).

Όταν κανείς φτάνει στο countdown του Lumet έχει ήδη συνειδητοποιήσει ότι αν ο Dr Strangelove ήταν η ταινία που έπρεπε να βλέπουμε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το Fail-Safe απέχει ίσως λιγότερο από το σήμερα. Όχι γιατί κινδυνεύουμε εκ νέου από μια αναθέρμανση της αντιπαλότητας ΗΠΑ-Ρωσίας, αλλά επειδή τα neocon μυαλά σουβλάκι που εμπνεύστηκαν την αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής μέσω του δόγματος shock and awe δεν απέχουν πολύ από τις νοητικές διεργασίες του καθηγητή Groeteschele, ο οποίος θεωρητικολογεί περί του αριθμού των νεκρών, επιχειρηματολογεί υπέρ του first strike, αρλουμπολογεί για μια πιθανή συνθηκολόγηση των Σοβιετικών υπό το κράτος του αναπόφευκτου της αμερικανικής επίθεσης – και χαστουκίζει την πραγματικότητα στο πρόσωπο μιας όμορφης γυναίκας που παρασύρεται από την αφροδισιακότητα της γνώσης. Not much of a surprise – άλλωστε όλη η χαρωπή εκείνη παρέα των Rumsfeld, Wolfowitz, Perle και Cheney δεν ανδρώθηκαν στον ρυπαρό Λευκό Οίκο του Richard Nixon, τον οποίο (ηθελημένα ή όχι) θυμίζει η σκοτεινή φιγούρα του εξαιρετικού δόκτορα Walther Matthau;

Saturday, March 8, 2008

The Uses of History

Στο βιβλίο του Wild Europe: The Balkans in the Gaze of Western Travellers, ο Bojidar Jezernik παραθέτει μια διδακτική περίπτωση για το πώς η ιστορία προσαρμόζεται βολικά και εύπλαστα στα αιτήματα των καιρών. Αναφέρεται σε μια σειρά ορθόδοξων εκκλησιών της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπου οι φιγούρες των αγίων διακρίνονται για τα βγαλμένα τους μάτια. Η ερμηνεία των κατοίκων των περιοχών και των περιηγητικών κειμένων που κατέστησαν το γεγονός γνωστό στη δυτική γραμματεία από τον 19ο ήδη αιώνα, ήθελε τους Τούρκους, αγαπημένους others του ευρωπαϊκού πολιτισμού, να βεβηλώνουν με αυτό τον τρόπο τους ναούς – χωρίς να εξηγεί ωστόσο αποτελεσματικά γιατί η συμβολική βία της απόξεσης των αγιογραφιών δεν εκδηλωνόταν με λιγότερο εκλεπτυσμένα μέσα (τη φωτιά και το τσεκούρι, για παράδειγμα…) Η ιστορική έρευνα έδειξε στην πορεία ότι στην πραγματικότητα ο εικονικός ακρωτηριασμός οφειλόταν στην υπερβολική ευσέβεια των χριστιανών κατοίκων, οι οποίοι, δεισιδαίμονες όντες, χρησιμοποιούσαν πόσιμα διαλύματα τοιχογραφιών από τα μάτια των αγίων για να θεραπεύουν τις οφθαλμικές τους ασθένειες – ακούγοντας και τη δίψα τους παράλληλα. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε τους σέρβους διανοούμενους της δεκαετίας του ’80 να ανασύρουν από τη λήθη τη δοκιμασμένη συνταγή επιρρίπτοντας τις ευθύνες για την ανάλογη βεβήλωση του μοναστηριού της Gracanica τον 19ο αιώνα στους αλβανούς του Κοσόβου, κακούς, ψυχρούς, μουσουλμάνους και, κυρίως, πρόχειρους εχθρούς. Όταν ο συγγραφέας βρέθηκε το 2000, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, μπροστά σε μια ανάλογη εικόνα στο Jovan Bigorski (για δες, στην ΑντιμετακαταπαραΜακεδόνια, κατά σύμπτωση) παρατήρησε ότι οι ευθύνες είχαν αλλάξει κατεύθυνση: τώρα, κατά τους σεβάσμιους μοναχούς, ήταν πλέον οι άθεοι κομμουνιστές που χαράκωναν τους αγίους. Κι έχει ο θεός για να βολευτούμε στο μέλλον, αιρετικοί ευρωπαίοι, σατανιστές νατοϊκοί, αμερικάνοι τουρίστες, γύφτοι οπαδοί της Παρτιζάν, τσιράκια του Ερυθρού Αστέρα, από εχθρούς άλλο τίποτα, γεμάτη είναι η ιστορία "μας"…

Monday, March 3, 2008

The Birthday post

Το γιατί ξεκίνησα να γράφω εδώ πριν από τρία χρόνια, πέρα από την πρόσκληση του αντιπροσώπου του Ahura Mazda, βρίσκεται στο περιθώριο αριστερά, στην εικόνα που παραπέμπει στο αριστούργημα του Don DeLillo, για το οποίο έχουμε υποσχεθεί στον εαυτό μας ότι θα γράψουμε κάτι εδώ, όταν θα έχουμε τόσο καθαρό μυαλό ώστε να τιμήσουμε το Underworld όπως του αξίζει. Η αλήθεια λοιπόν, την οποία αναζητώ από μικρός σαν τον κακορίζικο Fox Mulder (άνευ Scully though), είναι πως σκεφτόμουν ότι το blog θα ήταν μια καλή ευκαιρία να υποστηρίξω γιατί το Triumph of Death, οι 51 πρώτες σελίδες του DeLillo είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί την τελευταία πεντηκονταετία στην αγγλική γλώσσα. Στο μεταξύ φυσικά βρήκα διάφορες αφορμές να ποστάρω επί παντός του επιστητού εκτός από την αρχική αφορμή. Αλλά τα κείμενα δεν τα ζορίζεις, αν δεν σχηματιστούν από μόνα τους και δεν στοιχηθούν για να παρουσιάσουν όπλα δεν γίνεται τίποτα.

Στο ενδιάμεσο ανακαλύψαμε τη ζωή στους άλλους πλανήτες του blogging, περισσότερο ο Sraosha, που είναι ο μεγάλος αναγνώστης, λιγότερο εγώ, που κινούμαι με χαοτικό τρόπο και δεν μπορώ να δώσω μια απόλυτα πειστική απάντηση για τη διόλου ορθολογική διαδικασία με την οποία επέλεξα να διαβάζω ό,τι διαβάζω:

(Ζηλεύω τη ματιά της helion και τις μικρές, απέριττες λεπτομέρειες που αναδεικνύει, απόδειξη για τις μικρές χαρές που μπορείς να ανακαλύψεις στην καθημερινή ζωή και οι οποίες αρκούν για να δηλώσεις satisfied of the world at the end of the day.

Μου αρέσει το how-to-stay-sane-in-the-city feeling που προκύπτει όταν διαβάζω τη xilaren και το gospel according to her.

Εκτιμώ απεριόριστα τον τρόπο που ο Sraosha κατασκευάζει μικρά υποδειγματικά μοντέλα της αναγωγής από το ατομικό στο συλλογικό, από το ειδικό στο γενικό.)

Where does that leave me? Where i' ve been all my life. Να φτιάχνω κουρδιστά παιχνίδια της γραφής και να τα χαζεύω να πηγαίνουν ως εκεί που φτάνει το ελατήριό τους.

Monday, February 18, 2008

Nazi boyfriend


“The world and everything in it…”


Κλείνοντας κανείς τις Ευμενίδες του Jonathan Littell δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί, όπως και πριν τις ανοίξει, γιατί να σπεύσει ικέτης στις σελίδες τους. Η χαλαρότητα με την οποία ο Littell σεργιανίζει τον ναζί πρωταγωνιστή του στα πεδία του μύθου της Ορέστειας είναι αναντίστοιχη των δυνατών εικόνων της πλήρους απανθρωποποίησης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που καταφέρνει να αποδώσει. Τα αιμομικτικά όργια του δρα Ορέστη – Μαξιμίλιαν με την frau Ηλέκτρα – Ούνα μοιάζουν μάλλον προσχηματικά, επίφαση διακειμενικότητας και overdose αυτοαναφοράς, σε σύγκριση με τις περιγραφές των εκτελέσεων στην Ουκρανία ή των θεαματικά μικρόνοων ηγετών των ναζί, οι οποίοι, ως δόκτορες της κατά Umberto Eco τετρατριχεκτομίας και οραματιστές της μητραδελφοχαιρετιστήριας μηχανικής, προβάλλουν ως άλλοι Μπουβάρ και Πεκυσέ – βλάκες με πατέντα, με άλλα λόγια. Αν και δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, η αίσθηση είναι ότι η ιστορία γράφει το βιβλίο από μόνη της, εφόσον ο συγγραφέας τη χαϊδεύει, της φέρεται καλά και μπαίνει στον κόπο να επινοήσει και κανά-δυο χαρακτήρες της προκοπής – από τις σφαγές του Κιέβου ως τη Götterdämmerung του ερειπωμένου Βερολίνου διά του απαραίτητου Στάλινγκραντ, ο Littell λειτουργεί μάλλον ως copy editor μιας πλειάδας σύγχρονων ιστορικών.

Στις αρχές του 21ου αιώνα το μυθιστόρημα ως είδος επιστρέφει στις ρίζες του. Η συνήθης τάση των συγγραφέων της «λαϊκής» λογοτεχνίας (horror/SF/Fantasy) να γράφουν τόμους στο μέγεθος κομοδίνων για τους ίδιους βιοποριστικούς λόγους που ο Αλέξανδρος Δουμάς έβαζε τον Γκριμώ, υπηρέτη του Άθου, να ξεστομίζει μια λέξη τη σειρά, επεκτάθηκε σταδιακά, του Word βοηθούντος, και στους υπόλοιπους. Οι οποίοι ανακάλυψαν τη χαρά του να δημιουργούν σύμπαντα ολάκερα. Η γραμμικότητα της αφήγησης, η σημασία της πλοκής, ο πολλαπλασιασμός των χαρακτήρων τείνουν στη μεγιστοποίηση του αριθμού των σελίδων και στον εγκλεισμό εντός τους ενός ολόκληρου κόσμου. Tom Jones, War and Peace, Moby Dick, το ιδανικό πολλών από όσους γράφουν σήμερα είναι να ξεπεράσουν τους κλασικούς παίζοντας στην έδρα τους. Οι Ευμενίδες είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των τελευταίων ετών, αν και η βιβλιογραφία βρίθει παραδειγμάτων, από τις Amazing Adventures of Kavalier and Clay του Michael Chabon ως το The Crimson Petal and the White του Michel Faber. Ως και το πρόσφατο Against the Day του πατριάρχη του μεταμοντερνισμού Thomas Pynchon δεν θυμίζει και πολύ το Gravity’s Rainbow.

Το ερώτημα βέβαια παραμένει αν οι επίγονοι έχουν τα φόντα να φανούν αντάξιοι του εγχειρήματος. Αν οι Ευμενίδες δεν είχαν γραφεί από έναν Καναδό στα γαλλικά και δεν είχαν κερδίσει το Goncourt προς φρίκη της ελαφρώς ξιπασμένης γαλλικής διανόησης κι αν ο Λιβάνης δεν είχε κερδίσει τον πλειστηριασμό, θρυλείται, με 50.000 ευρώ, για τα δικαιώματα του μυθιστορήματος, θα ενδιαφέρονταν περισσότεροι για έναν κολοσσό 960 σελίδων με μικροσκοπική γραμματοσειρά και αχνή εκτύπωση; Ο δρ Αουε δεν έχει πολλά να μας πει για το Γ΄ Ράιχ που δεν τα ξέρουμε από αλλού, που δεν τα έχουμε δει στις απανταχού λίστες – του Σίντλερ και άλλων. Το ηθικό ερώτημα της ιστορίας (πώς ένας συνηθισμένος άνθρωπος μεταβάλλεται σε εγκληματία πολέμου) υπονομεύεται από την αλληγορία – εξ αρχής ο Μαξιμίλιαν δεν είναι συνηθισμένος άνθρωπος. Οι λάτρεις των λεπτομερειών (της διοικητικής συγκρότησης της ναζιστικής μηχανής, της μικροπολιτικής ισορροπίας στο εσωτερικό των SS, της ανεξάντλητης θηριωδίας ως καθημερινότητας) θα απορροφηθούν από τον πλούτο τους. Οι υπόλοιποι ενδέχεται και να διαολοστείλουν τον κάθε sturmbannführer και oberstürmführer που παρελαύνουν αμετάφραστοι στις στέπες του τόμου.

Monday, February 11, 2008

Less is (Rush)more

Ο James Mason εμφορείται από τη χαρακτηριστική του gravitas. O Cary Grant παραμένει ατσαλάκωτος ακόμη κι όταν σέρνεται στο χώμα. Και η Scarlet Johansson τελικά δεν είναι παρά ένας όμορφος κλώνος της Eva Marie Saint. Το North by Northwest αποτελεί μια ταινία που παρά το εμβληματικό της status μεταξύ των κριτικών δίνει τόσο το μέτρο όσο και τα όρια της επιβίωσης του έργου του Alfred Hitchcock στην εποχή του suspension of disbelief. Κι αν, παρά την προεικόνιση της παράνοιας των ‘70s (Three Days of the Condor/ParallaxView/All the President’s Men), από την άποψη του ρεαλισμού δύσκολα πείθει τους απαιτητικούς θεατές του 21ου αιώνα, οι οποίοι γνωρίζουν πιθανότατα περισσότερα για τις μεθόδους και τον τρόπο λειτουργίας των μυστικών υπηρεσιών από όσα έμαθε ο πάπας του suspense σε όλη του τη ζωή, εικαστικά η ταινία έχει πολλά πράγματα να μας πει. Άλλωστε, από τις αριστουργηματικές εναλλαγές λήψεων ως τις συμβάσεις των πρωταγωνιστών, τον γιγαντισμό των σκηνικών και τις επιλογές των προτύπων που θυμίζουν κόμικ, η Σκιά των τεσσάρων γιγάντων δεν απέχει πολύ από ένα '40s δημιούργημα του Bill Finger ή του Will Eisner σχεδιασμένο από τους κορυφαίους pencillers της εποχής. Με τον τρόπο αυτό, το φιλμ του Hitchcock διαβάζεται τόσο νοσταλγικά όσο και το The Amazing Adventures of Kavalier and Clay του Michael Chabon: ως μια εκδρομή στη golden age, σπονδή σε μια εποχή απλούστερων χαρακτήρων, όπου οι αχθοφόροι φορούσαν κόκκινα πηλίκια και το σεξ γινόταν απαρέγκλιτα μεταξύ αστερίσκων, τευχών και σκηνών.

Saturday, January 19, 2008

The Ballad of Mr Howard

Πολλοί θα βρουν πολλούς λόγους για να μην δουν το The Assassination of Jesse James. Θα του καταλογίσουν ότι είναι αργό, ότι κρατάει πολύ, ότι δεν έχει δράση, ότι δεν διαχειρίζεται σωστά τις σιωπές και τις κραυγές του, ότι φλυαρεί ακόμη και στα βλέμματα. Η γοητεία όμως, όπως και ο διάβολος, κατά περίεργη σύμπτωση, κρύβεται πάντα στις λεπτομέρειες, δειλή σαν τον υπότιτλο: στο πριονίδι στο πάτωμα του σαλούν όπου ο Nick Cave τραγουδά μια δολοφονική μπαλάντα, στις παρεμβάσεις του αφηγητή, στη λίγδα της μορφής των πρωταγωνιστών μιας εποχής χωρίς all mod cons. Ωστόσο, είναι μια ταινία για την ανθρώπινη μικρότητα, όπου οι ήρωες είναι μικροί, οι παράνομοι μικροί και μικρόψυχοι, οι μικροί καθημερινοί άνθρωποι μικροί και άψυχοι. Στο διαχωρισμό των φύλων, πιο άψυχοι προκύπτουν οι άνδρες: σε αντίθεση με τις γυναίκες, που γνωρίζουν τα μικρά πράγματα που θέλουν (σεξ, οικογένεια, φήμη), οι άνδρες στον Jesse James είναι παιδιά που ζητούν να τους πουν «μπράβο». Όπως και το Midnight Cowboy σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, ο Jesse James είναι τελικά μια ανθρώπινη κωμωδία ιδιαίτερα απαισιόδοξη για την πορεία μιας κοινωνίας όπου τα ταπεινά κατά βάση κίνητρα όλων ωραιοποιούνται για την κατά Erving Goffman παρουσίαση του εαυτού στο θέατρο της καθημερινής ζωής.