Ιπποκλίνομαι στον ελληνικό περιοδικό τύπο και τις ιπποχθόνιες εμπνεύσεις του...Υ.Γ. Για την ενημέρωσή σας επί του ημερησίου φρόντισε ήδη ο Sraosha και η περιστασιακή μας synchronicity.
Confessions on a dashboard

Το γιατί ξεκίνησα να γράφω εδώ πριν από τρία χρόνια, πέρα από την πρόσκληση του αντιπροσώπου του Ahura Mazda, βρίσκεται στο περιθώριο αριστερά, στην εικόνα που παραπέμπει στο αριστούργημα του Don DeLillo, για το οποίο έχουμε υποσχεθεί στον εαυτό μας ότι θα γράψουμε κάτι εδώ, όταν θα έχουμε τόσο καθαρό μυαλό ώστε να τιμήσουμε το Underworld όπως του αξίζει. Η αλήθεια λοιπόν, την οποία αναζητώ από μικρός σαν τον κακορίζικο Fox Mulder (άνευ Scully though), είναι πως σκεφτόμουν ότι το blog θα ήταν μια καλή ευκαιρία να υποστηρίξω γιατί το Triumph of Death, οι 51 πρώτες σελίδες του DeLillo είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί την τελευταία πεντηκονταετία στην αγγλική γλώσσα. Στο μεταξύ φυσικά βρήκα διάφορες αφορμές να ποστάρω επί παντός του επιστητού εκτός από την αρχική αφορμή. Αλλά τα κείμενα δεν τα ζορίζεις, αν δεν σχηματιστούν από μόνα τους και δεν στοιχηθούν για να παρουσιάσουν όπλα δεν γίνεται τίποτα.
Ο James Mason εμφορείται από τη χαρακτηριστική του gravitas. O Cary Grant παραμένει ατσαλάκωτος ακόμη κι όταν σέρνεται στο χώμα. Και η Scarlet Johansson τελικά δεν είναι παρά ένας όμορφος κλώνος της Eva Marie Saint. Το North by Northwest αποτελεί μια ταινία που παρά το εμβληματικό της status μεταξύ των κριτικών δίνει τόσο το μέτρο όσο και τα όρια της επιβίωσης του έργου του Alfred Hitchcock στην εποχή του suspension of disbelief. Κι αν, παρά την προεικόνιση της παράνοιας των ‘70s (Three Days of the Condor/ParallaxView/All the President’s Men), από την άποψη του ρεαλισμού δύσκολα πείθει τους απαιτητικούς θεατές του 21ου αιώνα, οι οποίοι γνωρίζουν πιθανότατα περισσότερα για τις μεθόδους και τον τρόπο λειτουργίας των μυστικών υπηρεσιών από όσα έμαθε ο πάπας του suspense σε όλη του τη ζωή, εικαστικά η ταινία έχει πολλά πράγματα να μας πει. Άλλωστε, από τις αριστουργηματικές εναλλαγές λήψεων ως τις συμβάσεις των πρωταγωνιστών, τον γιγαντισμό των σκηνικών και τις επιλογές των προτύπων που θυμίζουν κόμικ, η Σκιά των τεσσάρων γιγάντων δεν απέχει πολύ από ένα '40s δημιούργημα του Bill Finger ή του Will Eisner σχεδιασμένο από τους κορυφαίους pencillers της εποχής. Με τον τρόπο αυτό, το φιλμ του Hitchcock διαβάζεται τόσο νοσταλγικά όσο και το The Amazing Adventures of Kavalier and Clay του Michael Chabon: ως μια εκδρομή στη golden age, σπονδή σε μια εποχή απλούστερων χαρακτήρων, όπου οι αχθοφόροι φορούσαν κόκκινα πηλίκια και το σεξ γινόταν απαρέγκλιτα μεταξύ αστερίσκων, τευχών και σκηνών.
Πολλοί θα βρουν πολλούς λόγους για να μην δουν το The Assassination of Jesse James. Θα του καταλογίσουν ότι είναι αργό, ότι κρατάει πολύ, ότι δεν έχει δράση, ότι δεν διαχειρίζεται σωστά τις σιωπές και τις κραυγές του, ότι φλυαρεί ακόμη και στα βλέμματα. Η γοητεία όμως, όπως και ο διάβολος, κατά περίεργη σύμπτωση, κρύβεται πάντα στις λεπτομέρειες, δειλή σαν τον υπότιτλο: στο πριονίδι στο πάτωμα του σαλούν όπου ο Nick Cave τραγουδά μια δολοφονική μπαλάντα, στις παρεμβάσεις του αφηγητή, στη λίγδα της μορφής των πρωταγωνιστών μιας εποχής χωρίς all mod cons. Ωστόσο, είναι μια ταινία για την ανθρώπινη μικρότητα, όπου οι ήρωες είναι μικροί, οι παράνομοι μικροί και μικρόψυχοι, οι μικροί καθημερινοί άνθρωποι μικροί και άψυχοι. Στο διαχωρισμό των φύλων, πιο άψυχοι προκύπτουν οι άνδρες: σε αντίθεση με τις γυναίκες, που γνωρίζουν τα μικρά πράγματα που θέλουν (σεξ, οικογένεια, φήμη), οι άνδρες στον Jesse James είναι παιδιά που ζητούν να τους πουν «μπράβο». Όπως και το Midnight Cowboy σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, ο Jesse James είναι τελικά μια ανθρώπινη κωμωδία ιδιαίτερα απαισιόδοξη για την πορεία μιας κοινωνίας όπου τα ταπεινά κατά βάση κίνητρα όλων ωραιοποιούνται για την κατά Erving Goffman παρουσίαση του εαυτού στο θέατρο της καθημερινής ζωής.