Thursday, February 9, 2012

Αναμετάδοση σχολίου

(Από τη συζήτηση για την «Ελλάδα του ομορφάντρα» στο κονάκι του Sraosha.)

Τα πρότυπα και η λειτουργία της διαφήμισης εν Ελλάδι θα μου φαίνονταν πιο πρόσφορο κειμενικό έδαφος για κάτι με τον τίτλο της κ. Ταχιάου. Γιατί την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον η εισαγωγή τεχνογνωσίας από το εξωτερικό και η συμπόρευση σε αρκετά σημεία με το σεναριακό ύφος και τα τεχνάσματα των ευρωπαϊκών ή αμερικανικών διαφημιστικών αντιστοίχων συνοδεύτηκε από την ηθελημένη ή μη, ανάλογα με την περίπτωση, προβολή υποκείμενων ιδεολογικών ή αξιακών επιλογών. Το πρόβλημα της Τ. δεν είναι η «Ελλάδα του ομορφάντρα», το πρόβλημά της είναι η Ελλάδα του Rexona και της μασχάλης του Νίκου Αναστόπουλου, το οποίο θέλει να χώσει στον ζουρλομανδύα των μεταφορών και να το μετατρέψει σε οντολογικό ζήτημα. Προσωπικά, δυσκολεύομαι να δω πώς μπορούμε να φτάσουμε από εκεί στην Ελλάδα της δραχμής ακολουθώντας το δρόμο της λογικής συνάρτησης, αλλά δεν βαριέσαι, μπορεί αυτό να είναι δικό μου πρόβλημα. Εξάλλου, το άθλημα του λογικού άλματος εις μήκος είναι το αγαπημένο πολλών δημοσιολόγων (απανταχού της Γης, για να μην θεωρηθεί ότι κάνω διακρίσεις). Το ζήτημα του «ομορφάντρα», ωστόσο, όπως και του «φανταστικού τροχονόμου» ή του «Τυχαίο; Δεν νομίζω!» είναι η ανταλλαγή στερεοτύπων μεταξύ διαφήμισης και κοινωνίας. Η διαφήμιση αντλεί από τους κοινούς κώδικες επικοινωνίας (με το qualifier του αυτοσαρκασμού της, ενίοτε) προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει για να περάσει το δικό της (αγοραστικό) μήνυμα προσφεύγοντας στη δεξαμενή αξιακών αποθεμάτων των δεκτών. Ωστόσο, η διαφήμιση παραλλάσσει, μετατρέπει, εξιδανικεύει, οπωσδήποτε εξημερώνει - πρότυπα, στερεότυπα, ιδεότυπους: Ο «τυχαίος δενομίζως» παραλαμβάνεται ως αναπαράσταση της ελαφρώς ασουλούπωτης ιδιοφυΐας, επιστρέφοντας στο κοινό ως harmless διασταύρωση φωτεινού παντογνώστη επιστήμονα και κλεισομάτη συνωμοσιολόγου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εκείνο που νομιμοποιεί η διαφήμιση, αν μπορώ να κρίνω από τις χρήσεις της φράσης που έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου στο ενδιάμεσο, είναι η εξομοίωση του ορθολογικού με το λογικοφανές: μπορώ να προβάλω οποιαδήποτε αιτία ως απόδειξη οποιασδήποτε πρότασης, αρκεί να της δώσω τον τίτλο του «αιτίου». Το εννοιολογικό φορτίο της διαφήμισης έχει σημασία όχι τόσο ως ακριβής αντικατοπτρισμός στάσεων και συμπεριφορών, μια και αποτελεί παιχνίδι κατόπτρων, αλλά ως διαδικασία επιλογής και διασύνδεσης - αυτών που ακουμπά και αυτών που αποφεύγει, αυτών που συνάπτει και των τρόπων με τους οποίους τα συνάπτει. Υπάρχει κοινό αφήγημα της ελληνικής διαφήμισης; Ίσως, αλλά μάλλον δεν είναι η «Ελλάδα του ομορφάντρα» και μάλλον δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό: η αποενοχοποίηση της κατανάλωσης αποτελεί συλλογικά δυτικό φαινόμενο και δανεικά όνειρα μπορείς να αγοράσεις παντού από καταβολής πιστωτικής κάρτας.

Thursday, December 29, 2011

Εφραιμιτών τινών μνεία

Η καθαρτήριος ισχύ της σκούπας, όπως ρητά επιβεβαιώθηκε διά της αγίας ράβδου μεταξύ Ελληνορθοδόξων και Αρμενίων στο ναό της Γέννησης στη Βηθλεέμ, επιδέχεται αναμφίβολα πολλαπλών αναλύσεων: περί εκκοσμίκευσης και θρησκείας, περί ορθού λόγου και Διαφωτισμού, περί νου και ψυχής, περί καθαρού και βρώμικου (κατεξοχήν). Ωστόσο, προσωπικά μου θύμισε μία από τις πιο αξιομνημόνευτες σκηνές του Μπαουντολίνο του Ουμπέρτο Έκο· όπου ο ομώνυμος ψεύτης, αφού έπειτα από πλήθος περιπετειών έχει φτάσει το βασίλειο του Ιωάννη του Πρεσβύτερου, αξιώνεται να συναντήσει ένα από τα διασημότερα miracoli των μεσαιωνικών κειμένων – τους Σκιάποδες. Ο ράθυμος Σκιάπους στα γρήγορα τον εμπλέκει σε μια θεολογική συζήτηση (το μεσαιωνικό αντίστοιχο της κουβέντας για το ποδόσφαιρο), στην οποία ο πρωταγωνιστής κάνει το λάθος να εισάγει μια άλλη τερατώδη φυλή, τους Πανώτιους. Στο άκουσμά τους ο συνομιλητής του αποκτά μια λίαν επιτιμητική όψη και κατακεραυνώνει όλο τους το σόι με την απαξιωτική έκφραση «Αυτοί; Αυτοί είναι αρτοτυρίτες!» – δήλον ότι η πρακτική τους περί θείας μετάληψης εστιάζεται (άπαγε!) στην κοινωνία με ψωμί και τυρί. Αγαπητέ Σκιάπου, άρον το σάρωθρόν σου και περιπάτει.

Tuesday, October 25, 2011

Επιλογή εννοιών από τη γλώσσα της ζούγκλας

Η «βία» επικροτείται στο πλαίσιο της ανάγκης διατήρησης του νόμου και της τάξης – αλλά και αποκτά ελαφρυντικά στο πλαίσιο της αντίστασης κατά του εχθρού. Η «προδοσία» διαφόρων προεξοφλείται – είναι ορκισμένοι στους εχθρούς, άρα αίρεται η απαγόρευση της βίας εναντίον τους. Ο «εχθρός» είναι πανταχού παρών, προδότης – και δεν πειράζει αν του ασκηθεί και βία. Ο «δωσιλογισμός» είναι γεγονός από τις περιστάσεις τις ίδιες – και το ερώτημα είναι αν η βία κατά των προδοτών που ενέδωσαν στον εχθρό θα λάβει νομικό χαρακτήρα ή θα επικρατήσουν ανεπίσημες μορφές της. Ο «σεξουαλικός προσανατολισμός» του εχθρού αμφισβητείται – και ποιος είπε ότι στο σεξ δεν εμπεριέχεται βία;

Γράφοντας για το εννοιολογικό πλαίσιο του δημόσιου λόγου στο οποίο εκτυλίχθηκε η épuration των γάλλων διανοουμένων μετά το τέλος της γερμανικής Κατοχής, ο Tony Judt στις σελίδες 49-54 από το Past Imperfect: French Intellectuals, 1944-1956 θυμίζει κάτι που προοδευτικά, ενδεχομένως αδιόρατα συντελείται γύρω μας, μεταμορφώνοντας ανθρώπους και απόψεις όσο η κατάρρευση των οικονομικών βεβαιοτήτων συμπαρασύρει ολόκληρο το πολιτισμικό συνεχές. Όσοι επιχειρούν να διατηρήσουν την όποια ψυχραιμία τους έχει απομείνει ενώ everything that was solid melts into air, και με τεκμήριο αυτή να συνεχίσουν να παρατηρούν τα πράγματα, να αναγνωρίσουν το δίκαιο της οργής αλλά και τους κινδύνους της, να κατανοήσουν το αναπόφευκτο της εκτόνωσης αλλά και την πιθανότητα εκτροπής της, να επισημάνουν τη δυναμική του πλήθους στο δρόμο αλλά και να διερωτηθούν για το εφικτό της μετεξέλιξής της σε ουσιαστική πολιτική παρέμβαση, να απαριθμήσουν τις παθογένειες του πολιτεύματος αλλά και να σταθμίσουν τις κατακτήσεις του σε σχέση με το αυταρχικό παρελθόν, να αποτιμήσουν τη δυσχέρεια διαχείρισης των πολλαπλών πτυχών της κατάστασης αλλά και την απύθμενη αναπηρία ιδεών των διαχειριστών της, να απελπιστούν με το μέγεθος της τυφλότητας των ευρωπαίων ηγετών αλλά και να αναρωτηθούν για το τι κείται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν παρά να αισθάνονται ότι τους περιμένει το περιθώριο του τετραδίου. Δεν είναι απλώς η επικράτηση της φωνασκίας: η ελληνική κοινωνία, όπως και οι κατά Ervin Goffman λοιπές θεατρικές κουλτούρες της Μεσογείου, ελκόταν και έλκεται από το μπαλκόνι, την τηλεοπτική κορώνα, τη στεντόρεια φωνή της ντουντούκας – και είμαστε συνηθισμένοι στο εμπνευσμένο μπινελίκι που περνούσε για επιχείρημα στα σχόλια από καταβολής διαδικτύου. Οι τωρινές κραυγές είναι ποιοτικά διαφορετικές και, όπως στην περίπτωση της μεταπολεμικής Γαλλίας, χρησιμοποιούν συγκεκριμένο εύρος «τρόπων» για την άρθρωσή τους: η αποδοχή της βίας ως θεμιτού μέσου επίλυσης διαφορών, η αναγόρευση του ιδεολογικού αντιπάλου στο επίπεδο του εχθρού και οι κατηγορίες για προδοσία είναι ήδη εδώ, η σεξουαλική καταγγελία των δωσιλόγων ίσως να έπεται.

Δεν μιλάμε εδώ για ιδεολογικά χάσματα, για τη ριζοσπαστικοποίηση τάσεων, για τη δικαίωση πολιτικών θέσεων και την απόρριψη άλλων. Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα, είτε πρόκειται για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε πρόκειται για τη μπλογκόσφαιρα, ανεξαρτήτως διαχωριστικών γραμμών, εμφανίζει σημεία αποδοχής της μισαλλοδοξίας ως κανονιστικής αρχής και απαξίωσης της ετεροδοξίας, όχι πλέον με όρους απλής ασυμφωνίας, αλλά με όρους κατηγορικής προσταγής και δαιμονοποίησής της. Η γλώσσα της ζούγκλας, όταν επικρατήσει, δεν κάνει πια διάκριση ειδών – ο 20ός αιώνας είναι αψευδής μάρτυρας γι’ αυτό. Στο παρασκήνιο οικονομικών επιβολών, πολιτικών επιλογών ερήμην μας, κινδύνων κρατικής κατάρρευσης και κοινωνικού εκτροχιασμού, καταστολής, δακρυγόνων και μολότοφ γωνία, συγκροτούνται στρατόπεδα σκέψης. Και η περιχαράκωση των λέξεων εντός τους αφήνει για την κριτική στάση έναντί τους ένα no mans land, στο οποίο όσοι τολμήσουν να περιπλανηθούν θα μπορούν να πυροβολούνται ελεύθερα. Γιατί μην περιμένετε πια διακανονισμούς και διαιτητές. Στην εποχή της πόλωσης, ο δημόσιος λόγος αστυνομεύεται από έννοιες.

Wednesday, September 21, 2011

The Unimportance of Being Earnest

To Newsweek είχε καταντήσει για πολλούς εκνευριστικό προτού αρχίσει να χρησιμοποιεί κατά κόρον στους πλάγιους των κειμένων του τη φράση «heres what» (ή εναλλακτικά «how to») στην αγωνιώδη προσπάθειά του να φανεί χρηστικό. Το ότι σε άλλον ένα τίτλο υποκύπτει στον αγαπημένο αγγλοσαξονικό μαζοχισμό της ευκολίας του «Greek Tragedy» για ό,τι αφορά ελληνικό θέμα ίσως το ξεπερνά κανείς φορτώνοντάς το στο Daily Beast σιχτιρίζοντας παράλληλα τη δικτατορία του deja vu, δεν μπορεί να προσπεράσει όμως το υπόλοιπο. Οτιδήποτε ξεπετάει την κρίση χρέους της ευρωζώνης σε δύο γραμμές, υπό το πρίσμα του αφορισμού «το ελληνικό φιάσκο αποτελεί το αποτέλεσμα συνένωσης αταίριαστων οικονομιών», καταφέρνει να εφεύρει αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση στη διάλυση της «Λατινικής Νομισματικής Ένωσης» του 19ου αιώνα και ανακαλύπτει φαεινές ιδέες μαγικών λύσεων για τη βέβαιη αναταραχή των αγορών σε ενδεχόμενο ελληνικής πτώχευσης στην εξαγορά ισπανικών και ιταλικών ομολόγων από την ΕΚΤ υπό τον όρο της ντιρεκτίβας της αρθρογράφου περί «πλήρους εξάλειψης της δαπανηρής και άχρηστης [ιταλικής] επαρχιακής διοίκησης» έχει αξία για τον σημερινό αναγνώστη μόνο ως άσκηση ύφους για το επίπεδο των αγγλικών του και για τον μελλοντικό μελετητή ως υλικό διδακτορικής διατριβής περί της Greater Depression. Το κείμενο της Rosemary Righter είναι ενδεικτικό της δοκησισοφίας που κυκλοφορεί ελεύθερη στα διεθνή (και εγχώρια, εννοείται) έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα οπλισμένη με την υποτιθέμενη ετικέτα της κοινής λογικής και το υπολογισμένο θράσος της πρόκλησης ως υπέρτατης αξίας. Dear Rosemary, στον σημερινό κόσμο των αφηνιασμένων αγορών δεν υπάρχει πια «country of little importance» – όπως, για άλλους λόγους, δεν υπήρχε και το 1938 όταν η Τσεχοσλοβακία της συμφωνίας του Μονάχου ήταν η «faraway country with people of which we know nothing».

Friday, July 22, 2011

The Charms of Past Simple



Ο αόριστος είναι ένας γοητευτικός χρόνος. Υπονοεί το τετελεσμένο, επιβεβαιωμένο γεγονός, την εξακρίβωση και την τοποθέτησή του σε ευρύτερο πλαίσιο, την επάνοδο στη σταθερότητα των πραγμάτων. Είναι χρόνος αποτίμησης και συμπερασμάτων, ο χρόνος της ιστορίας. Γι’ αυτό άλλωστε και σήμερα, στο αντίστοιχο ενός συλλογικού ευρωζωνικού exhale, πολλοί θα μπουν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν – όπως ο οξυδερκής κατά τα άλλα παρατηρητής των τεκταινομένων Μιχάλης Μητσός. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο ότι αποτελεί την προσήκουσα γραμματική επιλογή σε σχέση με τον ιστορικό ενεστώτα, για παράδειγμα. Οίκοι, φρίκοι και λοιπές ανεξέλεγκτες δομές του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που μας φόρτωσε ο Milton Friedman και η σχολή του Σικάγου είναι ακόμη εδώ. Οι ευρωπαίοι μικροπολιτικοί θα συνεχίσουν να μικροπολιτεύονται με βάση τα κατακερματισμένα τους μικροσυμφέροντα. Το εσωτερικό τζίνι που απελευθέρωσαν οι ετερόκλιτες κοινότητες των αγανακτισμένων δεν θα εμφιαλωθεί, ας υπερισχύσουν τουλάχιστον οι θετικές του πτυχές. Τέλος, και κυριότερο ίσως, η ανυπαρξία της Αριστεράς δεν θα θεραπευθεί. Όχι λόγω ομφαλοσκοπικής ή καιροσκοπικής προσέγγισης της πραγματικότητας, αλλά επειδή ενδέχεται να βρισκόμαστε στο τέλος ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτικού/ιστορικού κύκλου, όπου οι πολιτικές εκφράσεις της νεωτερικής κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε «αριστερά» και «δεξιά» έχουν ακυρωθεί από την εγκαθίδρυση των μετανεωτερικών δομών. Τα νέα μορφώματα που βλέπουμε γύρω μας, «ζόμπι δεξιές» και «botox αριστερές», αριστεροδέξιοι εκλεκτικισμοί, triangulations λαϊκισμοί, θρησκευτικά αποκόμματα, απηχούν ενδεχομένως ένα πιθανό μέλλον περιορισμένων ιδεολογιών, θρυμματισμένων κοινωνικών ομάδων, πολυποίκιλων συμμαχιών, the flotsam and jetsam της πάλαι ποτέ φιλόδοξης πλημμυρίδας της νεωτερικότητας.

Thursday, June 16, 2011

Confused to ill

Πάντοτε θεωρούσα ότι λόγω βλέμματος ή πολιτείας ο William Butler Yeats είναι ο άνθρωπος για τις στοιχειωμένες ώρες. Εκ των πραγμάτων το The Second Coming είναι ένα από τα most heavily quoted ποιήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας από όσους στέκονταν με αγωνία, αλλά κυρίως με αμηχανία, μπροστά σε ένα διαφαινόμενο τέλος εποχής. (Οι οπαδοί της ειρωνείας είθισται να προτιμούν το ελιοτικό This is the way the world ends / Not with a bang but with a whimper. Φέρει, βλέπετε, αυτό το βάρος της διαπίστωσης.) Οι ευνοούμενοι στίχοι είναι στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων ο τρίτος και ο τέταρτος της πρώτης στροφής: Things fall apart; the centre cannot hold / Mere anarchy is loosed upon the world – χάος, εκκεντρικότητα, αναρχία, η εικονοποιία του άμορφου που αντικαθιστά γνωστά και οικεία περιγράμματα. Σπανιότερα ωστόσο συναντά κανείς κάποια μνεία στον έβδομο και τον όγδοο, οι οποίοι προσωποποιούν (μανιχαϊστικά, γιατί αυτός είναι ο χαρακτήρας που σου επιβάλλεται βίαια σε παρόμοιες στιγμές) τους δρώντες στο κάδρο της πραγματικότητας: “The best luck all conviction, while the worst / Are full of passionate intensity”. Η έμπνευση του Yeats για το δίστιχο αποδίδεται από ένα παλιό κείμενο του Publications of the Modern Language Association of America σε μια συνάντηση με τον ανοικονόμητο Prometheus Unbound του Percy Bysshe Shelley. Ίσως όμως για μια φορά η βραχυλογία να μην αποτελεί αρετή και ο μοντερνισμός του 20ού αιώνα να μην υπερισχύει του ρομαντισμού του 19ου, τουλάχιστον στο σχετικό απόσπασμα για τη σύγχυση προθέσεων και εννοιών, κάπου εκεί στο πιθανολογούμενο τέλος του κόσμου.

The good want power, but to weep barren tears.

The powerful goodness want: worse need for them.

The wise want love, and those who love want wisdom;

And all best things are thus confused to ill.

Monday, June 6, 2011

Fair Weather Democracy

Οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις δεν είναι πλέον της μόδας – μας το κατέθεσε εσχάτως και ο Δημήτρης Μητρόπουλος από Τα Νέα. Σε πείσμα της απόρριψης της πρότασης να εξετάζουμε τα πράγματα με τη βοήθεια εννοιολογικών εργαλείων προτού σηκώσουμε τα μανίκια και σκύψουμε στη δράση, όπως την καταλαβαίνει ο καθένας, άλλοι με ντουντούκες, άλλοι με λοστάρια, θα πρότεινα μια μικρή εκδρομή αναστοχασμού (έστω και χονδροειδούς και σχηματικού) σε πεπραγμένα άσχετα με ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και εγκληματικότητας, σχετικά όμως με τη συμπεριφορά της εγχώριας πολιτικής τάξης και τις τάσεις των κοινωνικών συνιστωσών.

Επί νεωτερικότητας δύο υπήρξαν οι βασικοί οδοδείκτες των πολιτικοκοινωνικών μεταβολών στη δυτική Ευρώπη: η ρηξιγενής αντίληψη που η Γαλλία εγκαινιάζει με τη Γαλλική Επανάσταση και η μεταρρυθμιστική προσέγγιση της Βρετανίας που ευαγγελίζεται σήμερα κάθε φιλελεύθερος αγγλοσάξονας ιστορικός που θέλει να ευλογεί τα γένια του. Στην πρώτη περίπτωση κατά καιρούς η πολιτική κοινωνία ξεπερνούσε την εκάστοτε πολιτική τάξη και τα αιτήματά της αναμόρφωναν ή μετέβαλλαν το όλο σκηνικό δια της εξέγερσης (1848, 1871, 1968), στη δεύτερη οι ελίτ κατεύναζαν κατά κανόνα τα ριζοσπαστικά κινήματα με παραχωρήσεις (κλασικό παράδειγμα οι Reform Acts 1832, 1867, 1884 για τη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου).

Η ελληνική πρακτική βρέθηκε κάπου στη μέση: χωρίς κληρονομική αριστοκρατία, και με την παλαιά γαιοκτητική ολιγαρχία των προκρίτων να προσχωρεί στο νεωτερικό μοντέλο διακυβέρνησης μετά την Επανάσταση, η κοινωνική κινητικότητα δεν υπήρξε μείζον πρόβλημα ώστε να διαμορφώσει έναν εκρηκτικό 19ο αιώνα (αν και αυτό είχε να κάνει οπωσδήποτε και με τις καθυστερημένες δομές παραγωγής). Όταν οι επαναστάσεις του 1843 και του 1862 παγίωσαν βασικά χαρακτηριστικά μιας αστικής δημοκρατίας στο σύνταγμα του 1864, ένα από τα πιο φιλελεύθερα της Ευρώπης, το επόμενο παραδειγματικό επεισόδιο-τομή της ελληνικής ιστορίας υπήρξε το κίνημα στο Γουδί. Το 1909 αυτό καθαυτό ήταν μια στρατιωτική παρέμβαση, η οποία εν συνεχεία απέκτησε τη λαϊκή στήριξη (όπως μας θυμίζει η Νίκη Μαρωνίτη) και η θετική της αποτίμηση εκατό χρόνια μετά συνδέεται με την οξυδέρκεια των πρωτεργατών της να προστρέξουν σε έναν άφθαρτο πολιτικό παράγοντα (Ελευθέριος Βενιζέλος) όταν οι ίδιοι αντιλήφθηκαν τη δυναμική τους να περιορίζεται. Επιπλέον, βασικοί πρωτεργάτες του (Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς) υπήρξαν δάσκαλοι και εμπνευστές της αυτοεικόνας του στρατού ως αυτόνομου παράγοντα ,η οποία σκίασε τα πεπραγμένα της χώρας ως το 1974 με κινήματα, αντικινήματα, πραξικοπήματα και «επαναστάσεις».

Αν ωστόσο η επαναστατική πορεία της ελληνικής κοινωνίας διακόπτεται ουσιαστικά την αυγή του 20ού αιώνα (και μόνο με τραβηγμένες αναλογίες μπορεί κανείς να ψάχνει συνώνυμα στο Πολυτεχνείο ή αλλού), αυτό δεν ισοδυναμεί απόλυτα με μια προσχώρηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στη μεταρρυθμιστική λογική. Το πολιτικό επίπεδο σε αυτή την περίοδο απολαμβάνει ένα είδος μεγαλύτερης αυτονομίας από το κοινωνικό: η πίεση μαζικών λαϊκών κινημάτων αποδεικνύεται στην πράξη λιγότερο ισχυρή από ό,τι στην προηγούμενη, αν κρίνουμε από τον αριθμό τους. Επιπλέον, αυτό συμβαίνει παρά την παρουσία του κομμουνισμού είτε αυτός εκληφθεί ως ιδεολογία με επιρροή (στη δεκαετία του ’40) είτε ως επίκληση φοβήτρου (στις δεκαετίες του ’50 και του ’60). Ωστόσο, από το 1909 και εντεύθεν, οι πολιτικές και κοινωνικές ρήξεις γίνονται συχνότερες. Η ορθή επισήμανση του Γιώργου Δερτιλή στην Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920 το 2005 για την επιτυχία των ελληνικών πολιτικών ελίτ να ταχθούν με τη νικήτρια πλευρά σε μια σειρά από διεθνείς προκλήσεις (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ενωμένη Ευρώπη), χωρίς να αναιρείται, θα πρέπει να συνοδευθεί από την παρατήρηση ότι παράλληλα οι ίδιες επιλογές επέφεραν έναν συγκαλυμμένο εμφύλιο (Διχασμός, 1916-1917), τη βίαιη μετατροπή της κοινωνικής σύνθεσης της χώρας μετά την ήττα στη Μικρά Ασία και την προσφυγοποίηση ενάμιση εκατομμυρίου Ελλήνων, μία εικοσαετία εσωτερικής αστάθειας και έναν βιαιότερο ακόμη εμφύλιο με τη λήξη της ναζιστικής κατοχής.

Χωρίς να παραγνωρίζονται οι ιδιαίτερες για την κάθε παραπάνω περίπτωση συνθήκες (το ειδικό βάρος του Ψυχρού Πολέμου για τον Εμφύλιο, λόγου χάρη), ένας κοινός παρονομαστής είναι η απροθυμία ή αποτυχία των δίπολων των εκάστοτε πολιτικών δυνάμεων (Βενιζελικοί / Βασιλικοί, αστικά κόμματα / αριστερά) να προχωρήσουν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις ουσιαστικού, όχι εικονικού περιεχομένου, προς αποφυγή της κρίσης. Αν η πολιτική είναι όντως η τέχνη του συμβιβασμού, το πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Ελλάδα αποτέλεσε άσκηση άρνησής της. Οι μετωπικές συγκρούσεις πολύ περισσότερο από τη συνεννόηση, οι γραμμές στην άμμο πολύ συχνότερα από τη συνδιαλλαγή, υπήρξαν χαρακτηριστικές επιλογές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως την τομή της επταετίας.

Θεωρητικά, η Μεταπολίτευση λογίζεται συνήθως ως μια ομαλή περίοδος σύνθεσης, όπου η πολιτική τάξη και οι κοινωνικές δυνάμεις ισορροπούν, με την πρώτη στα αρχικά στάδιά της (1974-1989) να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ικανή εκπροσώπηση των τελευταίων, ώστε η διαμεσολάβηση να διασφαλίζει συναινετικές μεταρρυθμίσεις, όχι διασπαστικές ρήξεις του κοινωνικού ιστού. Ωστόσο, ούτε οι πολιτικές πρακτικές που κληροδοτήθηκαν στη Μεταπολίτευση ούτε η καθοριστική για ευρύτερες νοοτροπίες κουλτούρα πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου, η οποία θέτει και τα συμφραζόμενά του, έμοιαζαν να παρακολουθούν την εξέλιξη αυτή. Ενδεχομένως μάλιστα σημεία που στο παρελθόν εχουν επισημανθεί ως συμπτώματα πολιτικής παθογένειας (έλλειψη διαλόγου, απόρριψη πολιτικών συναινέσεων, επίμονα συγκρουσιακή ρητορική) να αποτελούν στην πραγματικότητα αίτιά της. Δεν είναι τυχαίο ότι στο επίπεδο της πρακτικής πολιτικής συντάγματα και εκλογικά συστήματα διατήρησαν τη διακριτά ελληνική θέωρησή της ως παιχνιδιού μηδενικού αθροίσματος, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα και ο χαμένος περιμένει τη σειρά του για να τινάξει τη μπάνκα στον αέρα. Με παρόμοιο τρόπο, σε αυτό της ιδεολογίας, όχι ως απλό κατάλοιπο της προηγούμενης εποχής, αλλά ίσως ως συστατική αρχή της νέας, η καθημερινή άρθρωση εμπρηστικού λόγου, με ρητορεία και λεξιλόγιο πολεμικού χαρακτήρα παρέπεμπε και παραπέμπει σε μια απόρριψη του διαλόγου, της αναγνώρισης του άλλου ως ισότιμου συνομιλητή, εν τέλει της ίδιας της ετερότητας. (Και η συμβολική βία εξοικειώνει με το αντικείμενο και δημιουργεί τις λανθάνουσες δυνατότητες εξάσκησης της πραγματικής.)

Όταν η αρχική συμμετοχική ορμή των πρώτων μεταδικτατορικών χρόνων καταλάγιασε, η παρακμή του συνδικαλιστικού κινήματος και η σχετική καχεξία της πολιτικής κοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση των παρατάξεων από το κοινωνικό σύνολο. Σε ένα είδος σιωπηρής συμφωνίας, οι πολιτικές δυνάμεις οχυρώθηκαν σε σφαίρες επιρροής (τα κόμματα εξουσίας στον δημόσιο τομέα, η αριστερά στον ακαδημαϊκό), ενώ ο καταναλωτισμός ως ιδεολογική επιλογή επέτρεπε σε σημαντικό μέρος των παραγωγικών δυνάμεων την πολυτέλεια να αγνοούν την ουσία της πολιτικής όσο τα κοινωνικά στρώματα θρυμματίζονταν σε ασυνάρτητες ομάδες συμφερόντων. Χωρίς επαναστατική αλλά ούτε και μεταρρυθμιστική βούληση, με ακέραιες όμως τις συγκρουσιακές της ρίζες στο υπέδαφος, η ελληνική κοινωνία πέρασε ευχάριστα τα χρόνια των παχιών αγελάδων. Και χωρίς παιδεία στην πολιτική, με κατακερματισμένο το κοινωνικό τοπίο, τώρα είναι έτοιμη να κατασπαραχθεί για τις ισχνές.

P.S. Two Notes on Indignant Politics

1: Ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα δεν έχει αποτύχει. Έχει αποτύχει η έννοια της «παράταξης» ως «μεγακόμματος» που συστεγάζει ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία προκειμένου να ενοποιήσει, υποτίθεται, ευρέα κοινωνικά στρώματα. Η λειτουργία και οι διαθέσεις του πολιτικού συστήματος αντανακλώνται στα πολιτικά τους εργαλεία, αλλά και εξαρτώνται από αυτά. Οι ενισχυμένες αναλογικές της Μεταπολίτευσης υποδήλωναν την απροθυμία συζήτησης και ευρύτερων συναινέσεων και ακύρωσαν το διάλογο στην πράξη περιορίζοντάς τον στο εσωτερικό των παρατάξεων, όπου εγκλωβίστηκε και εξέπεσε σε διαπραγματεύσεις περί νομής εξουσίας, τοπικών και ατομικών συμφερόντων, επιφαινομένων και όχι ουσίας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η παρακμή των παρατάξεων να μην εισπράττεται αποκλειστικά από τις ίδιες, αλλά να διαχέεται στην ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία ως θεσμό.

2: Η αίσθηση αποκλεισμού μεγάλου μέρους των πολιτών από την πολιτική διαδικασία τρέφει την απόρριψη του πολιτικού συστήματος συνολικά. Δεν υφίσταται ωστόσο κίνημα με αποτελεσματική δράση χωρίς πολιτική πρόταση. Δεν την περιμένει κανείς φυσικά ενιαία ούτε και λεπτομερώς διατυπωμένη, είθισται όμως τα αιτήματα που εκφράζει να παρέχουν κάποια στιγμή (είτε νωρίς είτε αργότερα) σαφή hints για το στίγμα της εναλλακτικής λύσης σε αυτό στο οποίο αντιδρά. Προς το παρόν η αντίδραση περιορίζεται κατά κανόνα στην εκτόνωση του θυμικού. Η ειδοποιός διαφορά των επιτυχημένων κινημάτων ωστόσο είναι όταν ασφυκτιούν μεταξύ των υπαρχόντων πολιτικών φορέων να ιδρύουν νέους.