Monday, September 25, 2006

Walking Contradiction

Η ιστορία της «διαπλοκής», τόσο σε επίπεδο πολιτικής πράξης όσο και σε επίπεδο συνθηματολογίας είναι μεγάλη και σίγουρη. Ως εκ τούτου βρήκα πολύ ενδιαφέρον ένα συγκεκριμένο στοιχείο από την σχετικά πρόσφατη δημοσκόπηση (two weeks back) της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας: την απάντηση στο ερώτημα «που, κατά τη γνώμη των πολιτών του δείγματος, οφείλεται η διαφθορά». (Drumroll): 54% υποστηρίζει και αποδέχεται ότι είναι αποτέλεσμα της «νοοτροπίας του Έλληνα». Έστω και με τη δέσμευση των multiple choice απαντήσεων που προσφέρει ένα γκάλοπ η πρόταση είναι δηλωτική συγκεριμένου τρόπου σκέψης – ο οποίος τυγχάνει να αντιφάσκει με όλα σχεδόν τα υπόλοιπα ευρήματα της έρευνας, μια και υποσκάπτει την ίδια τη λογική των συμμετεχόντων («αλί και τρισαλί, ποιος θα μας γλυτώσει από τα κακά και άθλια κόμματα»). Γιατί, αν η διαφθορά και η διαπλοκή ή όπως αλλιώς θέλετε να ονομάσουμε το συγκεκριμένο νεφελώδες (από άποψης ορισμού στα μίντιά μας) φαινόμενο, είναι αποτέλεσμα της ελληνικής «νοοτροπίας», μετά των φαντασμάτων της «διχόνοιας της φυλής» και του «ξενικού δακτύλου» ομού ενδεχομένως, τότε υπεύθυνα δεν είναι σε καμία περίπτωση τα πολιτικά κόμματα, αλλά εσείς, εγώ, αυτοί, και κυρίως οι μετέχοντες στην έρευνα. Κάτι που φυσικά δεν αντιλαμβάνονται – ή ίσως θεωρούν ότι στριμώχνονται όλοι στο άλλο 46% που πιστώνει το φαινόμενο σε διαφορετικές αιτίες. Αίσθησή μου είναι ότι, όπως πάνω κάτω και τα «φρουτάκια», η διαφθορά δεν έρχεται να σε βρει και να σου συστηθεί, την επιδιώκεις ο ίδιος, ή, έστω, εξαναγκάζεσαι να την αναζητήσεις. Κι αυτό δεν είναι θέμα νοτροπίας, αλλά ζήτημα προσωπικής αντίδρασης στο πλαίσιο της (κακής, προφανώς) λειτουργίας κοινών συλλογικών θεσμών – με άλλα λόγια, κοινωνικό φαινόμενο. Σε μια κοινωνία βέβαια όπου κατά τα άλλα το 61% φέρεται να δηλώνει ότι ούτε οι ίδιοι ούτε κάποιος γνωστός τους έχουν προσωπική εμπειρία δωροδοκίας...

Saturday, August 26, 2006

Tame Animals

Κάποια στιγμή στη διάρκεια των διακοπών είθισται τα βιβλία να τελειώνουν. Είναι μια από τις προβληματικότερες στιγμές της εν λόγω διαδικασίας γιατί είσαι νομοτελειακά υποχρεωμένος να πάρεις το καπελάκι σου και να βγεις προς άγραν έντυπου υλικού σε κάποιο χώρο που δεν είναι η βάση σου. Και είναι από τις προβληματικότερες στιγμές γιατί η ψυχική σου ηρεμία βρίσκεται πια κατά πάσα πιθανότητα στο έλεος ενός άδετου φυλλαδίου.

Το τεύχος του Newsweek που έπεσε στα χέρια μου πριν από μια-δυο βδομάδες δεν έδειξε κανένα έλεος. Είχε τον τρόμο ζωγραφισμένο στο εξώφυλλό του και μια εκτεταμένη ανάλυση της γνώσης που έβαλαν ή δεν έβαλαν στις ΗΠΑ για την τρομοκρατία πέντε χρόνια μετά, ελάχιστα ψήγματα της σοφίας της οποίας παραθέτω παρακάτω:
  • "From imperial days, the Brits have long experience operating in the casbahs and souks" - μετάφραση: "Είμαι από την Κρήτη και ξέρω από καλό λάδι..."
  • "It is a myth of course that the British intelligence services operate with the cool smoothness of James Bond” – με άλλα λόγια έχουν κόψει τα κουνημένα και τα πίνουν χτυπημένα.
  • “Their [έλα τώρα που δεν ξέρεις ποιοι είναι οι they] ideology may date from the 7th century but the jihadists are eager to get control of 21st century weapons of mass destruction” – αν είχαν δηλαδή καμιά πιο φρέσκια ιδεολογία και ήταν, ξέρω ‘γω, παλαιοημερολογίτες, ο αρθρογράφος θα τους χορηγούσε WMD με τη σέσουλα;


Μετά την 11η Σεπτεμβρίου ο τύπος στις Ηνωμένες Πολιτείες έκανε τον δικό του ιστορικό συμβιβασμό απεμπολώντας τον ελεγκτικό του χαρακτήρα για χάρη της εθνικής ασφάλειας και ενστερνιζόμενος τις πρακτικές της αυτολογοκρισίας και των «εμφυτευμένων» (embedded) ρεπόρτερ. Ο μήνας του μέλιτος διεκόπη απότομα από το Abu Ghraib και από το 2004 και εντεύθεν κάποιοι επιχειρούν να ακολουθήσουν τον βετεράνο Seymour Hersh (του οποίου τα Annals of National Security κάθε μήνα στον New Yorker αποτελούν μια εντυπωσιακή καταγραφή των εσωτερικών μηχανισμών και διεργασιών της κυβέρνησης Bush) στη διεκδίκηση της χαμένης τιμής της αμερικανικής δημοσιογραφίας και του δικαιώματος σε άλλη τροφή από το κουτόχορτο. Οι παραπάνω ατάκες του Evan Thomas (Τhe New Age of Terror, 14/08/06) δείχνουν τι συμβαίνει όταν ο «εξημερωμένος τύπος» δυσκολεύεται να βρει πίτουρα έξω απ’ το κοτέτσι...


Monday, August 7, 2006

Divine Comedy

Η Γηραιά Αλβιών είναι ένας τόπος που ή τον αγαπάς ή τον παρατάς. Έχει του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά (Waterstones, Borders, γκρουπάκια, φαγητά από όλες τις φυλές του κόσμου, σαράντα pub σε απόσταση βολής, αγγλιδούλες σε διάφορες ποικιλίες) και τα επτά κακά της μοίρας της (βροχή που έχει εξασφαλίσει μονιμότητα στο δημόσιο, τη δυναστεία του Ανόβερου, τη Manchester United, άγγλους που πίνουν με τη μάνικα). Έχει και μια επαμφοτερίζουσα αντίληψη της ιστορίας της, η οποία πότε οδηγεί σε ανέκδοτα όπως η splendid isolation και η «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και πότε οδηγεί στον Blackadder.

Η ιστορική προσέγγιση που υποδηλώνεται με το επίτευγμα, κατ’ εμέ, των Ben Elton και Rowan Atkinson υποδεικνύει χιούμορ, διάθεση αποδοχής του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν ιερά και απαραβίαστα στην ιστορία και παντελή έλλειψη κολλήματος. Από τις σελίδες του σεναρίου των 24 επεισοδίων του περνούν και σατιρίζονται ανελέητα η μοναρχία (“Take a look at this Blackadder – I'm sure you know it. 'King and Country'. – Ah yes... without doubt my favourite magazine. Soft, strong... and thoroughly absorbent”), η πολιτική διαφθορά (ο υποψήφιος εκείνου του rotten borough που “was accidentally brutally stabbed to death while shaving”), η βρετανική αυτοκρατορία (“Well, you see, George, I did like it, back in the old days when the prerequisite of a British campaign was that the enemy should under no circumstances carry guns – even spears made us think twice. Τhe kind of people we liked to fight were two feet tall and armed with dry grass”). Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι δεν θίγονται πρόσωπα και καταστάσεις του παρόντος παραμένει το γεγονός μιας ολότελα ασεβούς προσέγγισης τέτοιων ορόσημων της αγγλικής ιστορίας όπως η βασιλεία της Ελισάβετ Α΄, οι επικίνδυνες σχέσεις προτεσταντών – καθολικών, η διαχρονική ταξικότητα της αγγλικής κοινωνίας, η τραυματική εμπειρία των χαρακωμάτων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι αν κάποιος θεωρήσει ότι είναι απλό να αστειευθεί κανείς με το παρελθόν του χωρίς να επιδεικνύει συμπλέγματα κατωτερότητας, ας σκεφθεί πόσο εύκολη θα ήταν στα καθ’ ημάς η αποδοχή μιας σειράς στο ύφος του Λούφα και Παραλλαγή (του original, ε;) που θα εκτυλισσόταν σε έναν πιο ευαίσθητο χώρο και εποχή, π.χ. στη Μακεδονία του Μακεδονικού Αγώνα...

Κυνικός, δηκτικός, σαρκαστικός και αθεράπευτα εγωπαθής, ο Blackadder μπορεί να είναι δηλητηριώδης αλλά δεν εμπαίζει το κοινό και δείχνει την ευαισθησία του ως σειρά εκεί ακριβώς όπου απαιτείται: στο τελευταίο επεισόδιο του τέταρτου κύκλου όπου ο Blackadder Goes Forth και παρά τις αλήστου μνήμης πανουργίες του αυτή τη φορά δεν υπάρχει «δεύρο έξω» για τον Λάζαρο όταν η σφυρίχτρα της επίθεσης σημαίνει την ώρα να ανέβουν over the top στα πρώην λιβάδια της Φλάνδρας...

Thursday, August 3, 2006

Cat People


Η Ναστάζια, ανηψιά του Rakasha, ήταν μια διστακτική ντεμπιτάντ μέχρι που γνώρισε τις χαρές της αυλής...

Wednesday, July 26, 2006

Gonna start a revolution from my bed (cos the brains you said I had went to my head)…

Η επανάσταση άρχισε νωρίς, αν σκεφτεί κανείς ότι οι νομαρχιακές εκλογές διαξάγονται τον Οκτώβριο. Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα εγώ από το χάπενινγκ (η διαδικασία του να πίνεις χάπι) όπου ο υποψήφιος υπερνομάρχης (τύφλα να 'χει ο supernova) Αττικής κατακεραύνωσε τους επιχειρηματίες εκείνους που «μετά το κράτος που με τη φορολογία βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη του εργαζόμενου» έρχονται να του στερήσουν την ελεύθερη πρόσβαση στις (οργανωμένες) παραλίες. Το εξωτικό και εξωλογικό στοιχείο έκδηλο σε μια πρόταση όπου ιδιώτες, παραλίες, φορολογία, κράτος και τσέπες γίνονται το πολιτικό αντίστοιχο του αχταρμά. Προσωπικά, δεν περιμένω από την αριστερά ή τη δεξιά να οργανώσει θερινό ρουσφέτι και να με βάλει τζάμπα στην πλαζ (δελεάζομαι από dvd κι επάνω, κανονίστε...) Κι αυτή η ιστορία με τα θεματολογικά καθαγιασμένα «μπάνια του λαού» ως ευκαιρία υποτιθέμενης υδατικής αναταραχής την ίδια στιγμή που πιο ζόρικα και επικίνδυνα θέματα τόσο από πλευράς δημόσιας υγείας όσο και πολιτικού κόστους –call me χωματερή– ξύνονται ράθυμα εκεί έξω σαν την αλήθεια του Fox Mulder ακούγεται αν μη τι άλλο σαν ξεπερασμένος ήχος. Σαν τους Oasis ένα πράγμα...

Tuesday, July 4, 2006

Rain Dogs

Ξυπνάω με overcast. Στην πορεία μετατρέπεται σε εκείνη τη μορφή ψιχάλας που ανήκει στην κατηγορία drizzle, νομίζω. Αν στον καταραμένο τόπο το Μάη μήνα βρέχει διερωτώμαι τι έχει να πει ο συνήθης θυμόσοφος λαός για τα γεωγραφικά πλάτη όπου το ίδιο συμβαίνει αρχές Ιουλίου. Μανιοκαταθλιπτικός Nick Cave με συνοδεύει στο κέντρο, έπειτα αναλαμβάνει ο Tom Waits. Cookies συνοδεύουν τον καφέ. Έχω αυτή την αίσθηση ότι κάτι δεν είναι στη θέση του. Κάτι λείπει για να πειστώ ότι διακτινίστηκα ξαφνικά στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη. Είναι η μυρωδιά: νοτισμένο γρασίδι, απορρυπαντικό από τα laundries, ινδικό από κάποια κουζίνα, η παράξενη βραδινή χημική οσμή που λέγεται ότι προέρχεται από ζυθοποιίες. Εδώ επικρατούν άλλες ιστορίες. Θαλασσινός νοτιάς. Και μια ιδέα καυσαέριο.

Thursday, June 22, 2006

Dinosaur Jr.

Ο Sraosha μου θύμισε με το σχόλιό του στο αποκάτω post έναν ξεχασμένο όρο, θαμμένο βαθιά στον καιρό της λάσπης, το έλος με τους Κέρμιτ της μνήμης που αποτελεί η δεκαετία του ’80. Η «δεινοσαυρίαση» των ‘80s αποτελεί, κατά την άποψή μου, χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ο δημοσιογραφικός (αλλά και ο δημόσιος εν γένει) λόγος διέπεται από κανόνες, νόρμες - και μόδες. Ρίπτοντας ξαφνικά ένα βλέμμα στην υπόλοιπη Δύση, η οποία μόλις έβγαινε από μια φάση προϊούσας γεροντοκρατίας, απόλυτα ταιριαστής με την ακινησία του ψυχρού πολέμου, έγκριτοι αναλυτές και πολιτικοί συντάκτες χρησιμοποίησαν τον όρο «δεινόσαυροι» για να περιγράψουν μια πολιτική τάξη που η δικτατορία των συνταγματαρχών της είχε στερήσει την κανονική της σειρά στην πορεία των κοινοβουλευτικών εξελίξεων και η οποία έπαιρνε καθυστερημένα πανηγυρική ρεβάνς από το χρόνο. Κοινωνικά, η «δεινοσαυρίαση» μάλλον έδειχνε προς την πλευρά των «νέων ανθρώπων» και κάλυπτε την επιθυμία μιας νέας μεσαίας τάξης, εκείνης των θηλαστικών που οι μεγάλες σαύρες είχαν εκθρέψει στη σαβάνα της μεταπολίτευσης, να απογαλακτιστεί από όσους την είχαν αναδείξει. Η έννοια δουλεύτηκε παράλληλα με το «τέλος της Μεταπολίτευσης», κομήτη ολοένα ερχόμενου που θα εξαφάνιζε υποτίθεται τους δεινόσαυρους, και που σαν το γνωστό λύκο εξαγγέλθηκε δυο-τρεις φορές πριν επέλθει οριστικά (πρόπερσι με είκοσι χρόνια απόκλιση από τις έγκυρες προβλέψεις), και γαρνιρίστικε με τους «σαραντάρηδες», πρόσκαιρο ευφυολόγημα που φιλοδοξούσε να καταστήσει πολιτικό κεφάλαιο την ηλικία του Αντώνη Σαμαρά – αμφότερα (ηλικία και Αντώνης) αποδείχθηκαν αέρας κοπανιστός. Για όσους θυμούνται, ο όρος τελικά ψόφησε κάπου το 1995, πριν ακόμα και από την Πολιτική Άνοιξη, δηλαδή – ανέτελλε ήδη ο αντικαταστάτης, η στιγμή του «εκσυγχρονισμού»…

* Η αντίστοιχη, και διδακτικότερη ίσως, μουσική κουβέντα, έλαβε τέλος με την έλευση του grunge, οπότε όλοι οι νεοπάνκ σωτήρες του Seattle δήλωσαν οπαδοί του φερόμενου ως πτεροδάκτυλου Bowie – που μετά έβγαλε για πλάκα το ημι-industrial Outside και διάφοροι φυκοπώλες λούφαξαν…