Saturday, August 26, 2006

Tame Animals

Κάποια στιγμή στη διάρκεια των διακοπών είθισται τα βιβλία να τελειώνουν. Είναι μια από τις προβληματικότερες στιγμές της εν λόγω διαδικασίας γιατί είσαι νομοτελειακά υποχρεωμένος να πάρεις το καπελάκι σου και να βγεις προς άγραν έντυπου υλικού σε κάποιο χώρο που δεν είναι η βάση σου. Και είναι από τις προβληματικότερες στιγμές γιατί η ψυχική σου ηρεμία βρίσκεται πια κατά πάσα πιθανότητα στο έλεος ενός άδετου φυλλαδίου.

Το τεύχος του Newsweek που έπεσε στα χέρια μου πριν από μια-δυο βδομάδες δεν έδειξε κανένα έλεος. Είχε τον τρόμο ζωγραφισμένο στο εξώφυλλό του και μια εκτεταμένη ανάλυση της γνώσης που έβαλαν ή δεν έβαλαν στις ΗΠΑ για την τρομοκρατία πέντε χρόνια μετά, ελάχιστα ψήγματα της σοφίας της οποίας παραθέτω παρακάτω:
  • "From imperial days, the Brits have long experience operating in the casbahs and souks" - μετάφραση: "Είμαι από την Κρήτη και ξέρω από καλό λάδι..."
  • "It is a myth of course that the British intelligence services operate with the cool smoothness of James Bond” – με άλλα λόγια έχουν κόψει τα κουνημένα και τα πίνουν χτυπημένα.
  • “Their [έλα τώρα που δεν ξέρεις ποιοι είναι οι they] ideology may date from the 7th century but the jihadists are eager to get control of 21st century weapons of mass destruction” – αν είχαν δηλαδή καμιά πιο φρέσκια ιδεολογία και ήταν, ξέρω ‘γω, παλαιοημερολογίτες, ο αρθρογράφος θα τους χορηγούσε WMD με τη σέσουλα;


Μετά την 11η Σεπτεμβρίου ο τύπος στις Ηνωμένες Πολιτείες έκανε τον δικό του ιστορικό συμβιβασμό απεμπολώντας τον ελεγκτικό του χαρακτήρα για χάρη της εθνικής ασφάλειας και ενστερνιζόμενος τις πρακτικές της αυτολογοκρισίας και των «εμφυτευμένων» (embedded) ρεπόρτερ. Ο μήνας του μέλιτος διεκόπη απότομα από το Abu Ghraib και από το 2004 και εντεύθεν κάποιοι επιχειρούν να ακολουθήσουν τον βετεράνο Seymour Hersh (του οποίου τα Annals of National Security κάθε μήνα στον New Yorker αποτελούν μια εντυπωσιακή καταγραφή των εσωτερικών μηχανισμών και διεργασιών της κυβέρνησης Bush) στη διεκδίκηση της χαμένης τιμής της αμερικανικής δημοσιογραφίας και του δικαιώματος σε άλλη τροφή από το κουτόχορτο. Οι παραπάνω ατάκες του Evan Thomas (Τhe New Age of Terror, 14/08/06) δείχνουν τι συμβαίνει όταν ο «εξημερωμένος τύπος» δυσκολεύεται να βρει πίτουρα έξω απ’ το κοτέτσι...


Monday, August 7, 2006

Divine Comedy

Η Γηραιά Αλβιών είναι ένας τόπος που ή τον αγαπάς ή τον παρατάς. Έχει του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά (Waterstones, Borders, γκρουπάκια, φαγητά από όλες τις φυλές του κόσμου, σαράντα pub σε απόσταση βολής, αγγλιδούλες σε διάφορες ποικιλίες) και τα επτά κακά της μοίρας της (βροχή που έχει εξασφαλίσει μονιμότητα στο δημόσιο, τη δυναστεία του Ανόβερου, τη Manchester United, άγγλους που πίνουν με τη μάνικα). Έχει και μια επαμφοτερίζουσα αντίληψη της ιστορίας της, η οποία πότε οδηγεί σε ανέκδοτα όπως η splendid isolation και η «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και πότε οδηγεί στον Blackadder.

Η ιστορική προσέγγιση που υποδηλώνεται με το επίτευγμα, κατ’ εμέ, των Ben Elton και Rowan Atkinson υποδεικνύει χιούμορ, διάθεση αποδοχής του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν ιερά και απαραβίαστα στην ιστορία και παντελή έλλειψη κολλήματος. Από τις σελίδες του σεναρίου των 24 επεισοδίων του περνούν και σατιρίζονται ανελέητα η μοναρχία (“Take a look at this Blackadder – I'm sure you know it. 'King and Country'. – Ah yes... without doubt my favourite magazine. Soft, strong... and thoroughly absorbent”), η πολιτική διαφθορά (ο υποψήφιος εκείνου του rotten borough που “was accidentally brutally stabbed to death while shaving”), η βρετανική αυτοκρατορία (“Well, you see, George, I did like it, back in the old days when the prerequisite of a British campaign was that the enemy should under no circumstances carry guns – even spears made us think twice. Τhe kind of people we liked to fight were two feet tall and armed with dry grass”). Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι δεν θίγονται πρόσωπα και καταστάσεις του παρόντος παραμένει το γεγονός μιας ολότελα ασεβούς προσέγγισης τέτοιων ορόσημων της αγγλικής ιστορίας όπως η βασιλεία της Ελισάβετ Α΄, οι επικίνδυνες σχέσεις προτεσταντών – καθολικών, η διαχρονική ταξικότητα της αγγλικής κοινωνίας, η τραυματική εμπειρία των χαρακωμάτων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι αν κάποιος θεωρήσει ότι είναι απλό να αστειευθεί κανείς με το παρελθόν του χωρίς να επιδεικνύει συμπλέγματα κατωτερότητας, ας σκεφθεί πόσο εύκολη θα ήταν στα καθ’ ημάς η αποδοχή μιας σειράς στο ύφος του Λούφα και Παραλλαγή (του original, ε;) που θα εκτυλισσόταν σε έναν πιο ευαίσθητο χώρο και εποχή, π.χ. στη Μακεδονία του Μακεδονικού Αγώνα...

Κυνικός, δηκτικός, σαρκαστικός και αθεράπευτα εγωπαθής, ο Blackadder μπορεί να είναι δηλητηριώδης αλλά δεν εμπαίζει το κοινό και δείχνει την ευαισθησία του ως σειρά εκεί ακριβώς όπου απαιτείται: στο τελευταίο επεισόδιο του τέταρτου κύκλου όπου ο Blackadder Goes Forth και παρά τις αλήστου μνήμης πανουργίες του αυτή τη φορά δεν υπάρχει «δεύρο έξω» για τον Λάζαρο όταν η σφυρίχτρα της επίθεσης σημαίνει την ώρα να ανέβουν over the top στα πρώην λιβάδια της Φλάνδρας...

Thursday, August 3, 2006

Cat People


Η Ναστάζια, ανηψιά του Rakasha, ήταν μια διστακτική ντεμπιτάντ μέχρι που γνώρισε τις χαρές της αυλής...

Wednesday, July 26, 2006

Gonna start a revolution from my bed (cos the brains you said I had went to my head)…

Η επανάσταση άρχισε νωρίς, αν σκεφτεί κανείς ότι οι νομαρχιακές εκλογές διαξάγονται τον Οκτώβριο. Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα εγώ από το χάπενινγκ (η διαδικασία του να πίνεις χάπι) όπου ο υποψήφιος υπερνομάρχης (τύφλα να 'χει ο supernova) Αττικής κατακεραύνωσε τους επιχειρηματίες εκείνους που «μετά το κράτος που με τη φορολογία βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη του εργαζόμενου» έρχονται να του στερήσουν την ελεύθερη πρόσβαση στις (οργανωμένες) παραλίες. Το εξωτικό και εξωλογικό στοιχείο έκδηλο σε μια πρόταση όπου ιδιώτες, παραλίες, φορολογία, κράτος και τσέπες γίνονται το πολιτικό αντίστοιχο του αχταρμά. Προσωπικά, δεν περιμένω από την αριστερά ή τη δεξιά να οργανώσει θερινό ρουσφέτι και να με βάλει τζάμπα στην πλαζ (δελεάζομαι από dvd κι επάνω, κανονίστε...) Κι αυτή η ιστορία με τα θεματολογικά καθαγιασμένα «μπάνια του λαού» ως ευκαιρία υποτιθέμενης υδατικής αναταραχής την ίδια στιγμή που πιο ζόρικα και επικίνδυνα θέματα τόσο από πλευράς δημόσιας υγείας όσο και πολιτικού κόστους –call me χωματερή– ξύνονται ράθυμα εκεί έξω σαν την αλήθεια του Fox Mulder ακούγεται αν μη τι άλλο σαν ξεπερασμένος ήχος. Σαν τους Oasis ένα πράγμα...

Tuesday, July 4, 2006

Rain Dogs

Ξυπνάω με overcast. Στην πορεία μετατρέπεται σε εκείνη τη μορφή ψιχάλας που ανήκει στην κατηγορία drizzle, νομίζω. Αν στον καταραμένο τόπο το Μάη μήνα βρέχει διερωτώμαι τι έχει να πει ο συνήθης θυμόσοφος λαός για τα γεωγραφικά πλάτη όπου το ίδιο συμβαίνει αρχές Ιουλίου. Μανιοκαταθλιπτικός Nick Cave με συνοδεύει στο κέντρο, έπειτα αναλαμβάνει ο Tom Waits. Cookies συνοδεύουν τον καφέ. Έχω αυτή την αίσθηση ότι κάτι δεν είναι στη θέση του. Κάτι λείπει για να πειστώ ότι διακτινίστηκα ξαφνικά στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη. Είναι η μυρωδιά: νοτισμένο γρασίδι, απορρυπαντικό από τα laundries, ινδικό από κάποια κουζίνα, η παράξενη βραδινή χημική οσμή που λέγεται ότι προέρχεται από ζυθοποιίες. Εδώ επικρατούν άλλες ιστορίες. Θαλασσινός νοτιάς. Και μια ιδέα καυσαέριο.

Thursday, June 22, 2006

Dinosaur Jr.

Ο Sraosha μου θύμισε με το σχόλιό του στο αποκάτω post έναν ξεχασμένο όρο, θαμμένο βαθιά στον καιρό της λάσπης, το έλος με τους Κέρμιτ της μνήμης που αποτελεί η δεκαετία του ’80. Η «δεινοσαυρίαση» των ‘80s αποτελεί, κατά την άποψή μου, χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ο δημοσιογραφικός (αλλά και ο δημόσιος εν γένει) λόγος διέπεται από κανόνες, νόρμες - και μόδες. Ρίπτοντας ξαφνικά ένα βλέμμα στην υπόλοιπη Δύση, η οποία μόλις έβγαινε από μια φάση προϊούσας γεροντοκρατίας, απόλυτα ταιριαστής με την ακινησία του ψυχρού πολέμου, έγκριτοι αναλυτές και πολιτικοί συντάκτες χρησιμοποίησαν τον όρο «δεινόσαυροι» για να περιγράψουν μια πολιτική τάξη που η δικτατορία των συνταγματαρχών της είχε στερήσει την κανονική της σειρά στην πορεία των κοινοβουλευτικών εξελίξεων και η οποία έπαιρνε καθυστερημένα πανηγυρική ρεβάνς από το χρόνο. Κοινωνικά, η «δεινοσαυρίαση» μάλλον έδειχνε προς την πλευρά των «νέων ανθρώπων» και κάλυπτε την επιθυμία μιας νέας μεσαίας τάξης, εκείνης των θηλαστικών που οι μεγάλες σαύρες είχαν εκθρέψει στη σαβάνα της μεταπολίτευσης, να απογαλακτιστεί από όσους την είχαν αναδείξει. Η έννοια δουλεύτηκε παράλληλα με το «τέλος της Μεταπολίτευσης», κομήτη ολοένα ερχόμενου που θα εξαφάνιζε υποτίθεται τους δεινόσαυρους, και που σαν το γνωστό λύκο εξαγγέλθηκε δυο-τρεις φορές πριν επέλθει οριστικά (πρόπερσι με είκοσι χρόνια απόκλιση από τις έγκυρες προβλέψεις), και γαρνιρίστικε με τους «σαραντάρηδες», πρόσκαιρο ευφυολόγημα που φιλοδοξούσε να καταστήσει πολιτικό κεφάλαιο την ηλικία του Αντώνη Σαμαρά – αμφότερα (ηλικία και Αντώνης) αποδείχθηκαν αέρας κοπανιστός. Για όσους θυμούνται, ο όρος τελικά ψόφησε κάπου το 1995, πριν ακόμα και από την Πολιτική Άνοιξη, δηλαδή – ανέτελλε ήδη ο αντικαταστάτης, η στιγμή του «εκσυγχρονισμού»…

* Η αντίστοιχη, και διδακτικότερη ίσως, μουσική κουβέντα, έλαβε τέλος με την έλευση του grunge, οπότε όλοι οι νεοπάνκ σωτήρες του Seattle δήλωσαν οπαδοί του φερόμενου ως πτεροδάκτυλου Bowie – που μετά έβγαλε για πλάκα το ημι-industrial Outside και διάφοροι φυκοπώλες λούφαξαν…

Friday, June 2, 2006

Rock of Ages


Το 1997 στο χώρο των αμερικανικών κόμικς όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά της Image. Η εταιρεία που επιχείρησε να σπάσει το κατεστημένο των βιομηχανικών κολοσσών Marvel και DC δημιουργώντας τη Λίγκα των Ανεξάρτητων Τζέντλεμεν, μια συνομοσπονδία δημιουργών με κυρίαρχα δικαιώματα πάνω στους χαρακτήρες τους, μακριά από την εταιρική δουλεία των ανωτέρω, στηριζόταν κατά βάση σε πάρτα-στη-μούρη visuals, λίαν εντυπωσιακά αλλά χωρίς μεγάλη σχέση με plot και λοιπά κατάλοιπα του μεσαίωνα. Στους χαλεπούς καιρούς του τέλους του 20ού αιώνα τα μαστόδοντα της βιομηχανίας αντιλήφθηκαν με σήματα που πήραν από τους νευρώνες τους με καθυστέρηση περίπου τριών ετών ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και όφειλαν να κουνήσουν την ουρά τους, την προβοσκίδα τους, αυτά με τα οποία τα προίκισε ο θεός τέλος πάντων, για αν ανακτήσουν τους αναγνώστες που διέρρεαν κατά χιλιάδες. Οι μεν Marvel προσέφυγαν σε crossover και ξεκίνησαν κάποια comics από την αρχή (spit and from the start: καθαγιασμένη από το χρόνο τακτική, σύμφωνα με την οποία όταν κάτι δεν πουλάει το ξαναρχίζεις από το #1, ενίοτε δε κι απ’ το #0), οι δε DC ανασκουμπώθηκαν και φώναξαν τον Grant Morrison, ιδιοφυή και ιδιόρρυθμο σκωτσέζο από τη Γλασκώβη με προϊστορία στα ανεξάρτητα, να τους γράψει τη JLA.

H JLA είναι οι Avengers της DC: οι ισχυρότεροι ήρωες του σύμπαντος μαζεμένοι all together με απώτερο σκοπό να κάνουν τους κακούς κρεμμυδόσουπα. Ο Morrison έγραψε 36 τεύχη (μαζί με κάτι σκάντζες): ήταν μακράν η πιο αλαζονική JLA που έχει διαβάσει άνθρωπος, είχε τον Batman όπως επιβάλλεται να γράφεται (λιγότερες κουβέντες κι από τον Γκριμώ, υπηρέτη του Άθου στους Τρεις Σωματοφύλακες και επινόηση του Αλέξανδρου Δουμά για να γράφει μια λέξη τη γραμμή και να πληρώνεται περισσότερα για τις επιφυλλίδες του) και χίλιους κι έναν διαφορετικούς τρόπους για να σου αποδείξει ότι ο Plastic Man είναι ο πιο αδικημένος χαρακτήρας από καταβολής κόμικς.

Το αριστούργημα του Morrison είναι το Rock of Ages, μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία μέσα σε μια άλλη ιστορία που εκτυλίσσεται στα τεύχη 10-15. Μια τυπική υπόθεση συνασπισμού των αρχικακών για μια battle of wits το σαββατοκύριακο και τη Δευτέρα σπίτια μας, μετατρέπεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε αναζήτηση της φιλοσοφικής λίθου και όπου μόνη νίκη είναι η ήττα, διαφορετικά η Γη υποτάσσεται στο μέλλον στις ορδές των εξωγήινων του αρχετυπικού τυράννου-cum-Θεού Darkseid. Μέσα σε μια μη γραμμική εξιστόρηση, όπου πολύ συχνά ο μη μυημένος αισθάνεται την έντονη ανάγκη να πετάξει το τεύχος στα σκουπίδια προτιμώντας να ανακαλύψει τις παραγνωρισμένες αρετές των έργων του Soren Kierkegaard, υπάρχουν κρυμμένα δύο κορυφαία πάνελ, στα οποία συμπυκνώνεται η τεχνοτροπία και η ευρηματικότητα του Morrison. Στο τεύχος 12, σελίδα 4, ο Green Lantern στο ρόλο του young fool, αναζητώντας επί αιώνες τη φιλοσοφική λίθο φτάνει σε έναν πλανήτη-νεκροταφείο όπου βρίσκει να κείτονται εκατοντάδες νεκροί ήρωες, πεσόντες στη διάρκεια της εκστρατείας – με άλλα λόγια το δάσος του Sir Percival στον κύκλο των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης. Όλο το τεύχος 14 με τίτλο Twilight of the Gods, στο οποίο διεξάγεται μια επική μάχη κοσμικών διαστάσεων, είναι γραμμένο από την οπτική γωνία κάποιου που εμφανίζεται για πρώτη φορά στη σειρά, κάποιου που δεν αναγνωρίζουμε – έως ότου φτάσουμε στη σελίδα 16 και πει “I circle around”, σήμα κατατεθέν του Black Racer, ξεχασμένου χαρακτήρα της δεκαετίας του 1970 και προσωποποίησης του θανάτου-ψυχοπομπού. Κι αν μεγαλώσατε πλέον και δεν πιστεύετε στα φτερά νυχτερίδας, στην τηλεπάθεια, τους παλιούς θεούς και την εποχή της ομίχλης ή, έστω, πώς ένας τύπος με μπέρτα και σκι που εμφανίζεται μόνο σε μια μικρή σκηνή στην κάτω δεξιά γωνία μιας σελίδας μπορεί να μετατραπεί σε μια ελεγειακή παρουσία, κάντε μια προσωρινή εκεχειρία με τον εαυτό σας και δώστε στον ομώνυμο του Jim μια ευκαιρία...

“And where my shadow falls, all things end”.