Monday, February 11, 2008

Less is (Rush)more

Ο James Mason εμφορείται από τη χαρακτηριστική του gravitas. O Cary Grant παραμένει ατσαλάκωτος ακόμη κι όταν σέρνεται στο χώμα. Και η Scarlet Johansson τελικά δεν είναι παρά ένας όμορφος κλώνος της Eva Marie Saint. Το North by Northwest αποτελεί μια ταινία που παρά το εμβληματικό της status μεταξύ των κριτικών δίνει τόσο το μέτρο όσο και τα όρια της επιβίωσης του έργου του Alfred Hitchcock στην εποχή του suspension of disbelief. Κι αν, παρά την προεικόνιση της παράνοιας των ‘70s (Three Days of the Condor/ParallaxView/All the President’s Men), από την άποψη του ρεαλισμού δύσκολα πείθει τους απαιτητικούς θεατές του 21ου αιώνα, οι οποίοι γνωρίζουν πιθανότατα περισσότερα για τις μεθόδους και τον τρόπο λειτουργίας των μυστικών υπηρεσιών από όσα έμαθε ο πάπας του suspense σε όλη του τη ζωή, εικαστικά η ταινία έχει πολλά πράγματα να μας πει. Άλλωστε, από τις αριστουργηματικές εναλλαγές λήψεων ως τις συμβάσεις των πρωταγωνιστών, τον γιγαντισμό των σκηνικών και τις επιλογές των προτύπων που θυμίζουν κόμικ, η Σκιά των τεσσάρων γιγάντων δεν απέχει πολύ από ένα '40s δημιούργημα του Bill Finger ή του Will Eisner σχεδιασμένο από τους κορυφαίους pencillers της εποχής. Με τον τρόπο αυτό, το φιλμ του Hitchcock διαβάζεται τόσο νοσταλγικά όσο και το The Amazing Adventures of Kavalier and Clay του Michael Chabon: ως μια εκδρομή στη golden age, σπονδή σε μια εποχή απλούστερων χαρακτήρων, όπου οι αχθοφόροι φορούσαν κόκκινα πηλίκια και το σεξ γινόταν απαρέγκλιτα μεταξύ αστερίσκων, τευχών και σκηνών.

Saturday, January 19, 2008

The Ballad of Mr Howard

Πολλοί θα βρουν πολλούς λόγους για να μην δουν το The Assassination of Jesse James. Θα του καταλογίσουν ότι είναι αργό, ότι κρατάει πολύ, ότι δεν έχει δράση, ότι δεν διαχειρίζεται σωστά τις σιωπές και τις κραυγές του, ότι φλυαρεί ακόμη και στα βλέμματα. Η γοητεία όμως, όπως και ο διάβολος, κατά περίεργη σύμπτωση, κρύβεται πάντα στις λεπτομέρειες, δειλή σαν τον υπότιτλο: στο πριονίδι στο πάτωμα του σαλούν όπου ο Nick Cave τραγουδά μια δολοφονική μπαλάντα, στις παρεμβάσεις του αφηγητή, στη λίγδα της μορφής των πρωταγωνιστών μιας εποχής χωρίς all mod cons. Ωστόσο, είναι μια ταινία για την ανθρώπινη μικρότητα, όπου οι ήρωες είναι μικροί, οι παράνομοι μικροί και μικρόψυχοι, οι μικροί καθημερινοί άνθρωποι μικροί και άψυχοι. Στο διαχωρισμό των φύλων, πιο άψυχοι προκύπτουν οι άνδρες: σε αντίθεση με τις γυναίκες, που γνωρίζουν τα μικρά πράγματα που θέλουν (σεξ, οικογένεια, φήμη), οι άνδρες στον Jesse James είναι παιδιά που ζητούν να τους πουν «μπράβο». Όπως και το Midnight Cowboy σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, ο Jesse James είναι τελικά μια ανθρώπινη κωμωδία ιδιαίτερα απαισιόδοξη για την πορεία μιας κοινωνίας όπου τα ταπεινά κατά βάση κίνητρα όλων ωραιοποιούνται για την κατά Erving Goffman παρουσίαση του εαυτού στο θέατρο της καθημερινής ζωής.

Friday, December 21, 2007

Jungle boogie

Κουτούλησα χτες πάνω στον Μάκη στο σαλόνι μου. Είχε κατσικωθεί με όλη του τη ζούγκλα στον καναπέ και δεν έλεγε να το κουνήσει ρούπι. «Ξεκουμπήσου ρε, θέλω να δω το All the President’s Men», του είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα ενώ τον κλωτσούσα ενθαρρυντικά στο καλάμι. Ο άνθρωπος που διέπρεψε ως προβολατζής βίντεο περιπτύξεων του Κορκολή μετά τινος ανηλίκου διατεινόταν εμμέσως ότι δημοσίευμα των Νέων οδήγησε τον πρώην Γ.Γ. του υπουργείου Πολιτισμού σε απόπειρα αυτοκτονίας και αμέσως ότι το Mega νωρίτερα συνέδεε τον ίδιο ευθέως με την πρόθεση να αποκαλύψει αποκαλυπτικές κασέτες που εκείνοι είχαν αρνηθεί να παίξουν για ηθικούς λόγους. Ακολουθούσε ως αδιάψευστο τεκμήριο απόσπασμα του εν λόγω δελτίου, στο οποίο το πιο κοντινό στο επίθετό του ήταν η σαφέστατη αναφορά «κάποιοι άλλοι», χωρίς μάλιστα ιδιαίτερο χρωματισμό της φωνής, η οποία πλέον και θα αντικαταστήσει στα βιογραφικά λεξικά το λήμμα «Τριανταφυλλόπουλος» (π.χ. «δεν πήγαμε Αβραμιώτου για ξίδια χτες, δεν μας έκατσε, Τριανταφυλλόπουλος όμως πήγαν»). Το όλο σετ συμπληρωνόταν από παρέα χαλκέντερων πανελιστών, ειδικευμένων στα λογικά άλματα, οι οποίοι διαβεβαίωναν τον Μάκη ότι βουλωμένο γράμμα διαβάζουν και μόλις άκουσαν το συνθηματικό «κάποιοι άλλοι» ο νους κι ο λογισμός τους έτρεξε καταπάνω του και τον πέτυχε στο δόξα πατρί Ακαδημίας και Μαυρομιχάλη γωνία. Ευτυχώς που πρόλαβα να καλέσω ενισχύσεις, κάτι χοντρόπετσους αμερικάνους μεγαλοδημοσιογράφους που είχαν πουλήσει την ψυχή τους στο σατανά με αντάλλαγμα κάτι χρυσές πιστωτικές, χωρίς το γουρούνι τον Ben Bradlee και τα μπινελίκια του ακόμη θα κυλούσε στα χαλιά μου ο Αμαζόνιος…

Saturday, December 1, 2007

The Pros and Cons of Business Tripping

Επιστρέφοντας από ένα επαγγελματικό ταξίδι εμφορείται κανείς από μια διάθεση απολογισμού – τι έκανε, τι είδε, τι αποκόμισε και διάφορα παρόμοια soul searching stuff. Διαπιστώνει ότι υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς μια παρόμοια κατάσταση: ως δωδεκάωρη ταλαιπωρία, ως υποχρέωση, ως μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει, ως ευκαιρία να λείψει από το χώρο όπου του τα πρήζουν καθημερινά, ως πληρωμένο εταιρικό τουρισμό, ως άλλο ένα μέρος για τη συλλογή των παθολογικών εκείνων τύπων που πάνε σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά για να καυχηθούν ότι πήγαν, ως διασκέδαση ίσως – ως δουλειά τη βλέπουν μόνο οι διοργανωτές, μονίμως αγχωμένοι για την αποδοχή των παραδοσιακών πιάτων και τις ευμετάβολες διαθέσεις των εκλεκτότερων προσκεκλημένων. Κατά παράδοξο τρόπο ο ισολογισμός είναι πάντα ακροβατικός. Για κάθε απέριττα όμορφη δανέζα που επιβεβαιώνει την άνετη φιλικότητα των βόρειων γυναικών υπάρχει ένας στερεοτυπικά ψυχρός λονδρέζος που αγνοεί επιδεικτικά την παρουσία άλλων ανθρώπινων όντων στον ίδιο χώρο. Για κάθε φίλο που κερδίζεις υπάρχει κι ένας παθολογικά ηλίθιος που προσπαθεί επιτακτικά να σου αποδείξει πόσο μαλάκας είσαι (και πόσο ισόθεος είναι εκείνος). Για κάθε ενδιαφέροντα και πρωτότυπο συνάδελφο υπάρχουν διάφοροι παραταγμένοι σε πλήρη ετοιμότητα να εξαντλήσουν και τα τελευταία όρια name dropping, place dropping, brand dropping και να βαδίσουν τολμηρά εκεί όπου κανένας άνθρωπος δεν ξαναπήγε ποτέ (κατά διαόλου). Για κάθε πρόθυμη και προσεκτική φιλοξενία υπάρχει κι ένα πρόγραμμα πιο στενό κι από πετροπλυμένο blue jean που δεν σε αφήνει να γνωρίσεις παρά δωμάτια ξενοδοχείων και μενού εστιατορίων. Για κάθε καλή πτήση με λογής λογής χρωματιστά συννεφάκια υπάρχει ένα 24ωρο μετά η αστεία αίσθηση ότι το κρεβάτι, ο καναπές, το γραφείο σου πηγαινοέρχονται ένα-δυο μέτρα προς κάθε κατεύθυνση του νοητού άξονα, λες και είσαι ακόμη στον αέρα. Σε κάνει να σκέφτεσαι την unexamined life των άλλων ή την overexamined δική σου. Σε κάνει να επανεκτιμάς τη σημασία των μικρών πραγμάτων. Και σε κάνει να αισθάνεσαι λιγότερο βαρετό το σπίτι σου, όταν επιστρέφεις.

Monday, November 5, 2007

Burn your shadow (away)


Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του Χρήστου Χωμενίδη που καυτηριάζει τη «δικτατορία της επιτυχίας» που προβάλλουν τα ΜΜΕ (στα οποία ο ίδιος διαπρέπει) οι διαφημίσεις μας ταΐζουν με πρότυπα winners: εξαιρετικούς επαγγελματίες, καταπληκτικούς τύπους στις παρέες, ξηγημένους φίλους και μοιραίους εραστές. Αυτό το buddy πρότυπο πλαστικών ανθρώπων αποτελούν ενδεχομένως οι διαφημίσεις του «βαρέως lifestyle», του Nescafe, των SUV και των priceless πιστωτικών καρτών. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον κατά την άποψή μου όμως έχουν οι άλλες, οι χιουμοριστικές, οι χαβαλεδιάρικες, εκείνες που απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό, εκείνες που επικαλούνται άλλα στερεότυπα. Το είδος που κυριαρχεί σε αυτές είναι ένας λιγούρης για τζάμπα ελαστικά, ο γλύφτης του τροχονόμου που τον γράφει, ο μπαμπάς που είναι μάγκας γιατί σηκώνει το μαγαζί παιχνιδιών για τα μπασταρδάκια του, η trendy μαθήτρια που θέλει τσάντα επώνυμη, δεν θέλει αυτή τη φόλα, αυτός που πυροβολείται από διαρρήκτη γιατί είναι τόσο τσίπης που δεν έχει ψηφιακή πλατφόρμα. Στο flipside αυτό του 45αριού του lifestyle που επικαλείται ο Χωμενίδης (και κάτι θα ξέρει, γιατί όλα τα μυθιστορήματά του το λιμπίζονται αδιακρίτως), το οποίο αντλεί κατά βάση τους τύπους του από εισοδηματικά στρώματα κοντύτερα στον μέσο όρο, η ελληνική κοινωνία απαρτίζεται από καταναλωτές στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Συναποτελείται από ανθρώπους που λειτουργούν ανορθολογικά, λυσσάρηδες για κάθε είδους προσφορές, αυτόματα που κινητοποιούνται με την παραμικρή έκπτωση, σκύλους του Pavlov που ανταποκρίνονται αυτόματα στα ερεθίσματα των δωρεάν λεπτών στο κινητό τους. Το όλο τζέρτζελο δεν γίνεται εδώ τόσο χάριν του κοινωνικού στάτους όσο της υπαρξιακής αγωνίας να μην πιαστεί κανείς Αλέκος, Κώτσος και διάφορα άλλα συμπαθή ονόματα που δηλώνουν τη διαρκή ανησυχία των Ελλήνων για την εξυπνάδα τους, φαινομενική και μη – την οποία για να επιβεβαιώσουν οφείλουν προφανώς να δρουν σαν ηλίθιοι: «ο Τζακ πήδηξε!» Κι εσύ κι ο ψύλλος σου…

Monday, October 8, 2007

Running out of lullabies

«Σμπαρεκουάκ!», αναφώνησα διαβάζοντας καθυστερημένα μέρος των δηλώσεων του παμμέγιστου Καρατζαφέρη στη Βουλή. Σε μια κορύφωση ρητορικού μεγαλείου απεφάνθη ότι «οι ιστορικοί δεν δικαιούνται να κρίνουν την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Αν είναι έτσι, να τους φέρουμε εδώ μέσα» – για να τον αντικαταστήσουν προφανώς στα νεόκοπα καθήκοντά του ως πομφολυγάρχη. Το συντριπτικό επιχείρημα που ο αρχηγός κατάφερε στο γυάλινο σαγόνι της επικατάρατης φάρας των καλαμαράδων αναιρεί βέβαια ευθέως όλη την προηγούμενη εκστρατεία του εναντίον του τρισκατάρατου βιβλίου: είναι εξίσου σαφές ότι οι πολιτικοί δεν διαθέτουν τα εχέγγυα ώστε να κρίνουν την τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα, η οποία αντί χαρισμάτων που προσιδιάζουν σε εκσκαπτικά μηχανήματα απαιτεί μελέτη και εξοικείωση με συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο. Ωστόσο, γνωρίζω ότι άλλος είναι ο βαθύτερος στόχος του: να διασφαλίσει την επαγγελματική αποκατάσταση των απανταχού αχρείαστων ιστορικών. Εφόσον η τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα δεν μπορεί να κριθεί από τους ιστορικούς κι εφόσον ούτε η παρελθούσα πολιτική πραγματικότητα μπορεί να κριθεί από τους ιστορικούς, αφού, ως γνωστόν, history is past politics, το μόνο που τους μένει είναι πράγματι να ενδυθούν ένα σινιέ σακάκι, από αυτά που εγκρίνουν για το κοινοβούλιο οι νεοεκλεγέντες βουλευτές/ενδυματολόγοι του ΛΑΟΣ, ή να προμηθευτούν μια μίτρα και μια αγιαστούρα και να επιδοθούν στα αγαπημένα χόμπι του αρχηγού, του μητροπολίτη Θεσ/νίκης και των συν αυτοίς.

Monday, October 1, 2007

Espresso love

Πάντα πίστευα ότι η Espresso φέρνει μια essence Λιμνούπολης στη ζωή μας - οι πηχυαίοι τίτλοι της έχουν μονίμως κάτι από τις έγκριτες εφημερίδες "Φλύαρο", "Φαφλατά", "Παπιονέα" και τις αγωνιώδεις αναγγελίες τους: "Κροίσος σε απόγνωση! Χρεοκόπησε ο μεγιστάνας Σκρουτζ Μακ Ντακ". (Ανθ' ημών Ψωμόπουλος, εννοείται...)