Wednesday, September 21, 2011

The Unimportance of Being Earnest

To Newsweek είχε καταντήσει για πολλούς εκνευριστικό προτού αρχίσει να χρησιμοποιεί κατά κόρον στους πλάγιους των κειμένων του τη φράση «heres what» (ή εναλλακτικά «how to») στην αγωνιώδη προσπάθειά του να φανεί χρηστικό. Το ότι σε άλλον ένα τίτλο υποκύπτει στον αγαπημένο αγγλοσαξονικό μαζοχισμό της ευκολίας του «Greek Tragedy» για ό,τι αφορά ελληνικό θέμα ίσως το ξεπερνά κανείς φορτώνοντάς το στο Daily Beast σιχτιρίζοντας παράλληλα τη δικτατορία του deja vu, δεν μπορεί να προσπεράσει όμως το υπόλοιπο. Οτιδήποτε ξεπετάει την κρίση χρέους της ευρωζώνης σε δύο γραμμές, υπό το πρίσμα του αφορισμού «το ελληνικό φιάσκο αποτελεί το αποτέλεσμα συνένωσης αταίριαστων οικονομιών», καταφέρνει να εφεύρει αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση στη διάλυση της «Λατινικής Νομισματικής Ένωσης» του 19ου αιώνα και ανακαλύπτει φαεινές ιδέες μαγικών λύσεων για τη βέβαιη αναταραχή των αγορών σε ενδεχόμενο ελληνικής πτώχευσης στην εξαγορά ισπανικών και ιταλικών ομολόγων από την ΕΚΤ υπό τον όρο της ντιρεκτίβας της αρθρογράφου περί «πλήρους εξάλειψης της δαπανηρής και άχρηστης [ιταλικής] επαρχιακής διοίκησης» έχει αξία για τον σημερινό αναγνώστη μόνο ως άσκηση ύφους για το επίπεδο των αγγλικών του και για τον μελλοντικό μελετητή ως υλικό διδακτορικής διατριβής περί της Greater Depression. Το κείμενο της Rosemary Righter είναι ενδεικτικό της δοκησισοφίας που κυκλοφορεί ελεύθερη στα διεθνή (και εγχώρια, εννοείται) έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα οπλισμένη με την υποτιθέμενη ετικέτα της κοινής λογικής και το υπολογισμένο θράσος της πρόκλησης ως υπέρτατης αξίας. Dear Rosemary, στον σημερινό κόσμο των αφηνιασμένων αγορών δεν υπάρχει πια «country of little importance» – όπως, για άλλους λόγους, δεν υπήρχε και το 1938 όταν η Τσεχοσλοβακία της συμφωνίας του Μονάχου ήταν η «faraway country with people of which we know nothing».

Friday, July 22, 2011

The Charms of Past Simple



Ο αόριστος είναι ένας γοητευτικός χρόνος. Υπονοεί το τετελεσμένο, επιβεβαιωμένο γεγονός, την εξακρίβωση και την τοποθέτησή του σε ευρύτερο πλαίσιο, την επάνοδο στη σταθερότητα των πραγμάτων. Είναι χρόνος αποτίμησης και συμπερασμάτων, ο χρόνος της ιστορίας. Γι’ αυτό άλλωστε και σήμερα, στο αντίστοιχο ενός συλλογικού ευρωζωνικού exhale, πολλοί θα μπουν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν – όπως ο οξυδερκής κατά τα άλλα παρατηρητής των τεκταινομένων Μιχάλης Μητσός. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο ότι αποτελεί την προσήκουσα γραμματική επιλογή σε σχέση με τον ιστορικό ενεστώτα, για παράδειγμα. Οίκοι, φρίκοι και λοιπές ανεξέλεγκτες δομές του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που μας φόρτωσε ο Milton Friedman και η σχολή του Σικάγου είναι ακόμη εδώ. Οι ευρωπαίοι μικροπολιτικοί θα συνεχίσουν να μικροπολιτεύονται με βάση τα κατακερματισμένα τους μικροσυμφέροντα. Το εσωτερικό τζίνι που απελευθέρωσαν οι ετερόκλιτες κοινότητες των αγανακτισμένων δεν θα εμφιαλωθεί, ας υπερισχύσουν τουλάχιστον οι θετικές του πτυχές. Τέλος, και κυριότερο ίσως, η ανυπαρξία της Αριστεράς δεν θα θεραπευθεί. Όχι λόγω ομφαλοσκοπικής ή καιροσκοπικής προσέγγισης της πραγματικότητας, αλλά επειδή ενδέχεται να βρισκόμαστε στο τέλος ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτικού/ιστορικού κύκλου, όπου οι πολιτικές εκφράσεις της νεωτερικής κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε «αριστερά» και «δεξιά» έχουν ακυρωθεί από την εγκαθίδρυση των μετανεωτερικών δομών. Τα νέα μορφώματα που βλέπουμε γύρω μας, «ζόμπι δεξιές» και «botox αριστερές», αριστεροδέξιοι εκλεκτικισμοί, triangulations λαϊκισμοί, θρησκευτικά αποκόμματα, απηχούν ενδεχομένως ένα πιθανό μέλλον περιορισμένων ιδεολογιών, θρυμματισμένων κοινωνικών ομάδων, πολυποίκιλων συμμαχιών, the flotsam and jetsam της πάλαι ποτέ φιλόδοξης πλημμυρίδας της νεωτερικότητας.

Thursday, June 16, 2011

Confused to ill

Πάντοτε θεωρούσα ότι λόγω βλέμματος ή πολιτείας ο William Butler Yeats είναι ο άνθρωπος για τις στοιχειωμένες ώρες. Εκ των πραγμάτων το The Second Coming είναι ένα από τα most heavily quoted ποιήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας από όσους στέκονταν με αγωνία, αλλά κυρίως με αμηχανία, μπροστά σε ένα διαφαινόμενο τέλος εποχής. (Οι οπαδοί της ειρωνείας είθισται να προτιμούν το ελιοτικό This is the way the world ends / Not with a bang but with a whimper. Φέρει, βλέπετε, αυτό το βάρος της διαπίστωσης.) Οι ευνοούμενοι στίχοι είναι στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων ο τρίτος και ο τέταρτος της πρώτης στροφής: Things fall apart; the centre cannot hold / Mere anarchy is loosed upon the world – χάος, εκκεντρικότητα, αναρχία, η εικονοποιία του άμορφου που αντικαθιστά γνωστά και οικεία περιγράμματα. Σπανιότερα ωστόσο συναντά κανείς κάποια μνεία στον έβδομο και τον όγδοο, οι οποίοι προσωποποιούν (μανιχαϊστικά, γιατί αυτός είναι ο χαρακτήρας που σου επιβάλλεται βίαια σε παρόμοιες στιγμές) τους δρώντες στο κάδρο της πραγματικότητας: “The best luck all conviction, while the worst / Are full of passionate intensity”. Η έμπνευση του Yeats για το δίστιχο αποδίδεται από ένα παλιό κείμενο του Publications of the Modern Language Association of America σε μια συνάντηση με τον ανοικονόμητο Prometheus Unbound του Percy Bysshe Shelley. Ίσως όμως για μια φορά η βραχυλογία να μην αποτελεί αρετή και ο μοντερνισμός του 20ού αιώνα να μην υπερισχύει του ρομαντισμού του 19ου, τουλάχιστον στο σχετικό απόσπασμα για τη σύγχυση προθέσεων και εννοιών, κάπου εκεί στο πιθανολογούμενο τέλος του κόσμου.

The good want power, but to weep barren tears.

The powerful goodness want: worse need for them.

The wise want love, and those who love want wisdom;

And all best things are thus confused to ill.

Monday, June 6, 2011

Fair Weather Democracy

Οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις δεν είναι πλέον της μόδας – μας το κατέθεσε εσχάτως και ο Δημήτρης Μητρόπουλος από Τα Νέα. Σε πείσμα της απόρριψης της πρότασης να εξετάζουμε τα πράγματα με τη βοήθεια εννοιολογικών εργαλείων προτού σηκώσουμε τα μανίκια και σκύψουμε στη δράση, όπως την καταλαβαίνει ο καθένας, άλλοι με ντουντούκες, άλλοι με λοστάρια, θα πρότεινα μια μικρή εκδρομή αναστοχασμού (έστω και χονδροειδούς και σχηματικού) σε πεπραγμένα άσχετα με ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και εγκληματικότητας, σχετικά όμως με τη συμπεριφορά της εγχώριας πολιτικής τάξης και τις τάσεις των κοινωνικών συνιστωσών.

Επί νεωτερικότητας δύο υπήρξαν οι βασικοί οδοδείκτες των πολιτικοκοινωνικών μεταβολών στη δυτική Ευρώπη: η ρηξιγενής αντίληψη που η Γαλλία εγκαινιάζει με τη Γαλλική Επανάσταση και η μεταρρυθμιστική προσέγγιση της Βρετανίας που ευαγγελίζεται σήμερα κάθε φιλελεύθερος αγγλοσάξονας ιστορικός που θέλει να ευλογεί τα γένια του. Στην πρώτη περίπτωση κατά καιρούς η πολιτική κοινωνία ξεπερνούσε την εκάστοτε πολιτική τάξη και τα αιτήματά της αναμόρφωναν ή μετέβαλλαν το όλο σκηνικό δια της εξέγερσης (1848, 1871, 1968), στη δεύτερη οι ελίτ κατεύναζαν κατά κανόνα τα ριζοσπαστικά κινήματα με παραχωρήσεις (κλασικό παράδειγμα οι Reform Acts 1832, 1867, 1884 για τη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου).

Η ελληνική πρακτική βρέθηκε κάπου στη μέση: χωρίς κληρονομική αριστοκρατία, και με την παλαιά γαιοκτητική ολιγαρχία των προκρίτων να προσχωρεί στο νεωτερικό μοντέλο διακυβέρνησης μετά την Επανάσταση, η κοινωνική κινητικότητα δεν υπήρξε μείζον πρόβλημα ώστε να διαμορφώσει έναν εκρηκτικό 19ο αιώνα (αν και αυτό είχε να κάνει οπωσδήποτε και με τις καθυστερημένες δομές παραγωγής). Όταν οι επαναστάσεις του 1843 και του 1862 παγίωσαν βασικά χαρακτηριστικά μιας αστικής δημοκρατίας στο σύνταγμα του 1864, ένα από τα πιο φιλελεύθερα της Ευρώπης, το επόμενο παραδειγματικό επεισόδιο-τομή της ελληνικής ιστορίας υπήρξε το κίνημα στο Γουδί. Το 1909 αυτό καθαυτό ήταν μια στρατιωτική παρέμβαση, η οποία εν συνεχεία απέκτησε τη λαϊκή στήριξη (όπως μας θυμίζει η Νίκη Μαρωνίτη) και η θετική της αποτίμηση εκατό χρόνια μετά συνδέεται με την οξυδέρκεια των πρωτεργατών της να προστρέξουν σε έναν άφθαρτο πολιτικό παράγοντα (Ελευθέριος Βενιζέλος) όταν οι ίδιοι αντιλήφθηκαν τη δυναμική τους να περιορίζεται. Επιπλέον, βασικοί πρωτεργάτες του (Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς) υπήρξαν δάσκαλοι και εμπνευστές της αυτοεικόνας του στρατού ως αυτόνομου παράγοντα ,η οποία σκίασε τα πεπραγμένα της χώρας ως το 1974 με κινήματα, αντικινήματα, πραξικοπήματα και «επαναστάσεις».

Αν ωστόσο η επαναστατική πορεία της ελληνικής κοινωνίας διακόπτεται ουσιαστικά την αυγή του 20ού αιώνα (και μόνο με τραβηγμένες αναλογίες μπορεί κανείς να ψάχνει συνώνυμα στο Πολυτεχνείο ή αλλού), αυτό δεν ισοδυναμεί απόλυτα με μια προσχώρηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στη μεταρρυθμιστική λογική. Το πολιτικό επίπεδο σε αυτή την περίοδο απολαμβάνει ένα είδος μεγαλύτερης αυτονομίας από το κοινωνικό: η πίεση μαζικών λαϊκών κινημάτων αποδεικνύεται στην πράξη λιγότερο ισχυρή από ό,τι στην προηγούμενη, αν κρίνουμε από τον αριθμό τους. Επιπλέον, αυτό συμβαίνει παρά την παρουσία του κομμουνισμού είτε αυτός εκληφθεί ως ιδεολογία με επιρροή (στη δεκαετία του ’40) είτε ως επίκληση φοβήτρου (στις δεκαετίες του ’50 και του ’60). Ωστόσο, από το 1909 και εντεύθεν, οι πολιτικές και κοινωνικές ρήξεις γίνονται συχνότερες. Η ορθή επισήμανση του Γιώργου Δερτιλή στην Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920 το 2005 για την επιτυχία των ελληνικών πολιτικών ελίτ να ταχθούν με τη νικήτρια πλευρά σε μια σειρά από διεθνείς προκλήσεις (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ενωμένη Ευρώπη), χωρίς να αναιρείται, θα πρέπει να συνοδευθεί από την παρατήρηση ότι παράλληλα οι ίδιες επιλογές επέφεραν έναν συγκαλυμμένο εμφύλιο (Διχασμός, 1916-1917), τη βίαιη μετατροπή της κοινωνικής σύνθεσης της χώρας μετά την ήττα στη Μικρά Ασία και την προσφυγοποίηση ενάμιση εκατομμυρίου Ελλήνων, μία εικοσαετία εσωτερικής αστάθειας και έναν βιαιότερο ακόμη εμφύλιο με τη λήξη της ναζιστικής κατοχής.

Χωρίς να παραγνωρίζονται οι ιδιαίτερες για την κάθε παραπάνω περίπτωση συνθήκες (το ειδικό βάρος του Ψυχρού Πολέμου για τον Εμφύλιο, λόγου χάρη), ένας κοινός παρονομαστής είναι η απροθυμία ή αποτυχία των δίπολων των εκάστοτε πολιτικών δυνάμεων (Βενιζελικοί / Βασιλικοί, αστικά κόμματα / αριστερά) να προχωρήσουν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις ουσιαστικού, όχι εικονικού περιεχομένου, προς αποφυγή της κρίσης. Αν η πολιτική είναι όντως η τέχνη του συμβιβασμού, το πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Ελλάδα αποτέλεσε άσκηση άρνησής της. Οι μετωπικές συγκρούσεις πολύ περισσότερο από τη συνεννόηση, οι γραμμές στην άμμο πολύ συχνότερα από τη συνδιαλλαγή, υπήρξαν χαρακτηριστικές επιλογές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως την τομή της επταετίας.

Θεωρητικά, η Μεταπολίτευση λογίζεται συνήθως ως μια ομαλή περίοδος σύνθεσης, όπου η πολιτική τάξη και οι κοινωνικές δυνάμεις ισορροπούν, με την πρώτη στα αρχικά στάδιά της (1974-1989) να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ικανή εκπροσώπηση των τελευταίων, ώστε η διαμεσολάβηση να διασφαλίζει συναινετικές μεταρρυθμίσεις, όχι διασπαστικές ρήξεις του κοινωνικού ιστού. Ωστόσο, ούτε οι πολιτικές πρακτικές που κληροδοτήθηκαν στη Μεταπολίτευση ούτε η καθοριστική για ευρύτερες νοοτροπίες κουλτούρα πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου, η οποία θέτει και τα συμφραζόμενά του, έμοιαζαν να παρακολουθούν την εξέλιξη αυτή. Ενδεχομένως μάλιστα σημεία που στο παρελθόν εχουν επισημανθεί ως συμπτώματα πολιτικής παθογένειας (έλλειψη διαλόγου, απόρριψη πολιτικών συναινέσεων, επίμονα συγκρουσιακή ρητορική) να αποτελούν στην πραγματικότητα αίτιά της. Δεν είναι τυχαίο ότι στο επίπεδο της πρακτικής πολιτικής συντάγματα και εκλογικά συστήματα διατήρησαν τη διακριτά ελληνική θέωρησή της ως παιχνιδιού μηδενικού αθροίσματος, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα και ο χαμένος περιμένει τη σειρά του για να τινάξει τη μπάνκα στον αέρα. Με παρόμοιο τρόπο, σε αυτό της ιδεολογίας, όχι ως απλό κατάλοιπο της προηγούμενης εποχής, αλλά ίσως ως συστατική αρχή της νέας, η καθημερινή άρθρωση εμπρηστικού λόγου, με ρητορεία και λεξιλόγιο πολεμικού χαρακτήρα παρέπεμπε και παραπέμπει σε μια απόρριψη του διαλόγου, της αναγνώρισης του άλλου ως ισότιμου συνομιλητή, εν τέλει της ίδιας της ετερότητας. (Και η συμβολική βία εξοικειώνει με το αντικείμενο και δημιουργεί τις λανθάνουσες δυνατότητες εξάσκησης της πραγματικής.)

Όταν η αρχική συμμετοχική ορμή των πρώτων μεταδικτατορικών χρόνων καταλάγιασε, η παρακμή του συνδικαλιστικού κινήματος και η σχετική καχεξία της πολιτικής κοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση των παρατάξεων από το κοινωνικό σύνολο. Σε ένα είδος σιωπηρής συμφωνίας, οι πολιτικές δυνάμεις οχυρώθηκαν σε σφαίρες επιρροής (τα κόμματα εξουσίας στον δημόσιο τομέα, η αριστερά στον ακαδημαϊκό), ενώ ο καταναλωτισμός ως ιδεολογική επιλογή επέτρεπε σε σημαντικό μέρος των παραγωγικών δυνάμεων την πολυτέλεια να αγνοούν την ουσία της πολιτικής όσο τα κοινωνικά στρώματα θρυμματίζονταν σε ασυνάρτητες ομάδες συμφερόντων. Χωρίς επαναστατική αλλά ούτε και μεταρρυθμιστική βούληση, με ακέραιες όμως τις συγκρουσιακές της ρίζες στο υπέδαφος, η ελληνική κοινωνία πέρασε ευχάριστα τα χρόνια των παχιών αγελάδων. Και χωρίς παιδεία στην πολιτική, με κατακερματισμένο το κοινωνικό τοπίο, τώρα είναι έτοιμη να κατασπαραχθεί για τις ισχνές.

P.S. Two Notes on Indignant Politics

1: Ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα δεν έχει αποτύχει. Έχει αποτύχει η έννοια της «παράταξης» ως «μεγακόμματος» που συστεγάζει ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία προκειμένου να ενοποιήσει, υποτίθεται, ευρέα κοινωνικά στρώματα. Η λειτουργία και οι διαθέσεις του πολιτικού συστήματος αντανακλώνται στα πολιτικά τους εργαλεία, αλλά και εξαρτώνται από αυτά. Οι ενισχυμένες αναλογικές της Μεταπολίτευσης υποδήλωναν την απροθυμία συζήτησης και ευρύτερων συναινέσεων και ακύρωσαν το διάλογο στην πράξη περιορίζοντάς τον στο εσωτερικό των παρατάξεων, όπου εγκλωβίστηκε και εξέπεσε σε διαπραγματεύσεις περί νομής εξουσίας, τοπικών και ατομικών συμφερόντων, επιφαινομένων και όχι ουσίας. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η παρακμή των παρατάξεων να μην εισπράττεται αποκλειστικά από τις ίδιες, αλλά να διαχέεται στην ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία ως θεσμό.

2: Η αίσθηση αποκλεισμού μεγάλου μέρους των πολιτών από την πολιτική διαδικασία τρέφει την απόρριψη του πολιτικού συστήματος συνολικά. Δεν υφίσταται ωστόσο κίνημα με αποτελεσματική δράση χωρίς πολιτική πρόταση. Δεν την περιμένει κανείς φυσικά ενιαία ούτε και λεπτομερώς διατυπωμένη, είθισται όμως τα αιτήματα που εκφράζει να παρέχουν κάποια στιγμή (είτε νωρίς είτε αργότερα) σαφή hints για το στίγμα της εναλλακτικής λύσης σε αυτό στο οποίο αντιδρά. Προς το παρόν η αντίδραση περιορίζεται κατά κανόνα στην εκτόνωση του θυμικού. Η ειδοποιός διαφορά των επιτυχημένων κινημάτων ωστόσο είναι όταν ασφυκτιούν μεταξύ των υπαρχόντων πολιτικών φορέων να ιδρύουν νέους.

Tuesday, May 24, 2011

Victoria Lucas

Ο Moby διακρίνεται από μια ύπουλη ιδιότητα. Να σε κάνει να προσπερνάς τραγούδια με την αίσθηση του déjà vu – ότι τα έχεις ήδη ξανακούσει σε κάποια άλλη εκδοχή, σε κάποιον άλλο δίσκο, σε κάποια άλλη στιγμή. Κι αφήνεις έτσι αφηρημένος τα tracks να προχωρούν, σε αναζήτηση άγνωστης χώρας. Υπάρχει όμως πάντοτε κρυμμένο ανάμεσά τους ένα τουλάχιστον που ξαφνικά ξεπετάγεται μέσα από τα συμφραζόμενα και δηλώνει την ανεξάρτητη υπόστασή του με μια νότα, με μια αλλαγή, με μια ακολουθία, με μια επίκληση σε κάτι εσωτερικό σου. Για όλες τις άδειες μητροπόλεις του κόσμου στις 2 τα ξημερώματα, λοιπόν. Και τη Victoria Lucas, whoever she might be.

Wednesday, April 27, 2011

Tommy Taylor and the Intellectual Feast



“The truth is a very overrated commodity” (Mike Carey, The Unwritten #1).

Θα ήμουν ικανοποιημένος και με μια παρωδία του Harry Potter, προσωπικά. Με ένα κείμενο που θα σχολίαζε υπαινικτικά τις επιμελώς καλλιεργούμενες fads οι οποίες εξελίσσονται από μέτρια λογοτεχνία επιδέξιου χειρισμού αρχετύπων και στερεοτύπων σε φαινόμενα πωλήσεων και πολιτισμικά γεγονότα. Ωστόσο, το The Unwritten του Mike Carey αποτελεί έκληξη στο βαθμό που όχι μόνο επιτελεί τα παραπάνω αλλά ανάγεται προοδευτικά στον επικρατέστερο διάδοχο των κόμικ του Neil Gaiman. Όπου «διάδοχος», ας σημειωθεί, δεν νοείται όποιος αντιγράφει δουλικά το πρωτότυπο κολυμπώντας στα νερά της παγκόσμιας μυθολογίας, τσαλαβουτώντας στις καταβολές της αρχαίας τραγωδίας ή ανιχνεύοντας τα όρια της θολής επικράτειας των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι συνηθίζουν να πληγώνουν εαυτούς και αλλήλους.


Το έργο του Carey εξ αντανακλάσεως μόνο θυμίζει Gaiman – και αυτό είναι το επίτευγμά του. Ίσως να είναι η διαρκής επικοινωνία του με τον κανόνα της δυτικής λογοτεχνίας από τον John Milton ως τον Charles Dickens δια του Rudyard Kipling, του Frankenstein και, πάνω από όλα, δια του Moby Dick. Ίσως να πρόκειται για τον κριτικό σχολιασμό της λογοτεχνίας του φανταστικού ή την άσκηση λογοτεχνικής γεωγραφίας, την ταύτιση κειμενικών τόπων και προσώπων. Ίσως να είναι o τρόπος με τον οποίο όλος ο προβληματισμός του μεταμοντέρνου περί αφήγησης, συγγραφέα και ταυτότητας διέπει την κειμενική πραγματικότητα του story και την εισβολή της στην κανονική ως υπόβαθρο και προϋπόθεσή της. Αν και έχει κανείς την αίσθηση ότι ο Sandman κρύβεται κάπου εκεί γύρω (στα γράμματα που λιώνουν στο πεζοδρόμιο στο τεύχος 2, σε μια αλληγορία ζωόμορφων πλασμάτων που λειτουργεί ως μικρό δοκίμιο επί της παθολογίας της εξουσίας στο τεύχος 24, στο πανταχού παρόν Grid που ελέγχει τη διασταύρωση πραγματικών / λογοτεχνικών κόσμων), αυτή παραμένει fleeting essence. Εντέλει, ίσως απλώς να είναι και η φτερωτή γάτα

Thursday, March 24, 2011

The Uses and Abuses of People


Το ότι το The Slap του Χρηστου Τσιόλκα είναι ένα στιβαρό ρεαλιστικό μυθιστόρημα αλλα όχι αριστούργημα, αποδεικνύεται στη λύση της υπόθεσης. Προτού ωστόσο επικρατήσει οριστικά το kitchen sink drama των εφήβων της ιστορίας έχει διαβεί κανείς ένα πεδίο πρωτοφανών εντάσεων των ενηλίκων, όπου ψέματα, πάθη, μίση, ως και η αγάπη, φαίνονται να κατατρώνε τους ανθρώπους παράγραφο προς παράγραφο. Το αντίδοτο στην ανθρωποφαγία είναι η χρήση: οι πρωταγωνιστές του Slap χρησιμοποιούν ο ένας τον άλλο κατ' εξακολούθηση, συνειδητά η ασυνείδητα, για να καλύψουν ρηχές και βαθύτερες, καθημερινές και μη ανάγκες. Ο Έκτορας χρησιμοποιεί την Κόνι ως εφήμερη διέξοδο από την κρίση μέσης ηλικίας. Η σύζυγός του, Αϊσά, χρησιμοποιεί τον Αρτ για ένα καλό σαββατοκύριακο σε ένα συνέδριο στο εξωτερικό. Η Ρόζι χρησιμοποιεί τον γιο της, Χιούγκο, ως αντικείμενο προβολής μιας εικονικής πραγματικότητας. Ο Χάρι χρησιμοποιεί την Κέλι για να ξεσκάει στο δρόμο μεταξύ δουλειάς και οικογένειας. Ο Γκάρι, σύζυγος της Ρόζι, χρησιμοποιεί τη Μάργκαρετ ως αποδέκτη ενός στιγμιαίου ξεσπάσματος για να μεταθέσει τις ευθύνες του μετά από μια χαμένη δίκη. Η Ρόζι και ο Γκάρι χρησιμοποιούν τον Ρίτσι (που χρησιμοποιεί την Κόνι που χρησιμοποιεί τον Ρίτσι) για να εκδικηθούν την Αϊσά και τον Έκτορα και ούτω καθεξής.

Αυτό που προκύπτει από το γαϊτανάκι των καταχρήσεων ανθρώπων είναι η απανθρωποποίησή τους: η στυγνή υποκατάσταση υλικών απαιτήσεων με κάποιο είδος human interaction (σεξ, συζήτηση, καβγάς), απλώς και μόνο επειδή είναι πρόχειρη, πολύ πιο easily available από ένα σπίτι η μια νέα σταδιοδρομία, θέτει τους ήρωες του Τσιόλκα σε μεγάλο βαθμό στην ίδια μοίρα με τα αντικείμενα. Συχνά οι πρωταγωνιστές προσποιούνται ότι ακολουθούν τους κανόνες της ευγένειας για την πραγματοποίηση του σκοπού τους, ενώ παράλληλα οι σκέψεις τους φανερώνουν βαθιά περιφρόνηση για το φύλο, την καταγωγή, τη θρησκεία, τη διανοητική ικανότητα του ανθρώπου που χρησιμοποιούν. Λειτουργώντας πρωταρχικά ως μέσα και δευτερευόντως ως προσωπικοτητες, οι χαρακτήρες του Τσιόλκα αναδεικνύουν με εξαιρετικά ανάγλυφο τρόπο τις κυνικές όψεις των ανθρώπινων σχέσεων, τη μικρότητα της καθημερινης ζωής σε όλο της το μεγαλείο.