Saturday, May 8, 2010

The Mirror (Crack'd)

Σε μια εκδήλωση την Τρίτη άκουσα τον Παύλο Τσίμα να σχολιάζει ότι ελέω χρεοκοπίας η Ελλάδα βρέθηκε απότομα και βίαια στην ανάγκη να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη και να προχωρήσει σε μια εκκαθάριση των λογαριασμών της με το παρελθόν. Υπάρχει εν τούτοις στη διαπίστωση αυτή μια άρρητη προϋπόθεση (η οποία και επιβεβαιώθηκε στον αντίκτυπο και την ερμηνεία των τραγικών γεγονότων της επομένης, της ημέρας που η Ελλάδα επιχείρησε να κοιτάξει στον καθρέφτη): να διαθέτει κανείς την ικανότητα να μην βλέπει απλώς, αλλά να διακρίνει κιόλας. Κι επειδή διάφορα τμήματα, στρώματα, κοινωνικές ομάδες, επαγγελματικές συντεχνίες και πολιτικές ελίτ της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι εκπαιδευμένα να συλλαμβάνουν τέτοιες λεπτότητες, προτιμώντας να απορρίπτουν την παράγραφο χάριν της πρότασης και την πρόταση χάριν του συνθήματος, η συζήτηση για την αποτυχία του μεταπολιτευτικού εγχειρήματος θα επικεντρωθεί στα εδώ και τριάντα χρόνια δοκιμασμένα και επιτυχημένα σουξέ: ποιοι έκλεψαν, ποιοι δεν έκλεψαν, ποιοι συνωμότησαν, πίσω από τις κουΐντες ή αλλαχού, ποιοι μειοδότησαν, εθνικώς ή άλλως, ποιοι λειτούργησαν ως αγκιτάτορες, προβοκάτορες, κλειδοκράτορες και πρωτοστράτορες του Μυτζηθρά. Αν όμως ένα σύστημα διαχείρισης της κοινωνίας αποτυγχάνει, αν αποδεικνύεται κενός όχι μόνο χρημάτων αλλά και ουσίας ένας τρόπος ζωής που αναζητούσε επίμονα τα παραθυράκια, τα μονοπάτια και το κόψιμο δρόμου, προφανώς δεν μιλάμε μόνο για τις πράξεις των λίγων (κι αν «καεί το μπουρδέλο η Βουλή» εκτός από τους συνανθρώπους μας στη Marfin, τι ακριβώς θα θεμελιωθεί στο αίμα, δηλαδή;) αλλά και τις ευθύνες που προκύπτουν από τις παραλείψεις των πολλών. Γιατί ένα σύστημα δεν στηρίζεται απλώς στην ενθουσιώδη του αποδοχή, περισσότερο βασίζεται στη σιωπηρή ανοχή. Και σε κάθε διεφθαρμένο πολιτικό που καταχράται χρήματα αντιστοιχούν οι διεφθαρμένοι πολίτες που απαιτούν χάρες ως αντάλλαγμα της ψήφου τους. Σε κάθε αγανακτισμένο πολίτη που ζητά διαφάνεια στις δημόσιες συναλλαγές αντιστοιχούν οι πορωμένοι οπαδοί που ζητούν την υπαγωγή των ομάδων τους στο άρθρο 44. Σε κάθε κρατική αστοχία αντιστοιχούν πράξεις υποτιθέμενης αντίστασης, όπως το ιδεολογικό φύλλο συκής που ενδύεται η εκτεταμένη προ καθεστώτος αποδείξεων μικροφοροδιαφυγή. Κι αν στην πρώτη σειρά του έργου του καθρέφτη την Τετάρτη κάθονταν εξουσιαστές και αντιεξουσιαστές, πίσω, στις σκιές, διακρινόμαστε όλοι εμείς που καλά κρυμμένοι πίσω από το δάχτυλό μας επιτρέπουμε σε λιγότερους να βολεύονται πολύ για να βολευόμαστε πολλοί περισσότεροι από λίγο.

Saturday, April 17, 2010

Arne Saknussemm


Μη όντας οπαδός της Björk και μην έχοντας την τύχη να ταξιδέψω ως την απώτατη Θούλη του Ρέικιαβικ, οι μόνες μου μνήμες της ηφαιστειώδους Ισλανδίας προέρχονται από τη νοητική εκδρομή που δεκαετής είχα πραγματοποιήσει στο Sneffelsyökull με όχημα το Ταξίδι στο κέντρο της Γης του Ιουλίου Βερν. Ξεκινώντας από εκεί την περιπλάνησή μου στην κλασική τριλογία παιδικών φαντασιώσεων (τα έγκατα της Γης, τα βάθη των ωκεανών, το κενό του διαστήματος), την οποία αργότερα ολοκλήρωσα δεόντως υποκύπτοντας στην προσθετική δράση των Από τη Γη στη Σελήνη, Γύρω από τη Σελήνη και 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, ανακάλυψα ένα από τα δυνητικά πρότυπα της popular fiction του 20ού αιώνα σε θέματα κειμενικής δομής και επεισοδιακής πλοκής. Αν και η σχέση του Otto Lindenbrock, οξύθυμου ιδιοφυούς γεωλόγου, και του ατυχώς συνηθισμένης ευφυΐας ανηψιού του, Axel, μου θύμιζε τη σχέση Θείου Σκρουτζ και Ντόναλντ Ντακ, η περιγραφή του υπόγειου κόσμου της κοίλης γης έβρισκα πάντοτε ότι ήταν μια πολύ πιο πετυχημένη πραγμάτευση του θέματος του προϊστορικού κόσμου από την υπερτιμημένη τερατολογία του Arthur Conan Doyle στο The Lost World. Χωρίς να αποτελεί το λειτουργικότερο έργο του Βερν (η διάκριση ανήκει αναμφίβολα στις 20.000 λεύγες), το Ταξίδι χρωστά τη γοητεία του στο ότι ήταν τόσο εθιστικά περιπετειώδες όσο ένας πρώιμος Indiana Jones – και σε ορισμένα σημεία κατά τι μόνο λιγότερο eerie από την αριστουργηματική ατμοσφαιρικά Σφίγγα των Πάγων. Με χαμένα χειρόγραφα, ρουνικά, παγετώνες, καταβάσεις σε ηφαίστεια, εκατόμβες ιουρασικών τεράτων και κερασάκι στην τούρτα τη χολιγουντιανής έμπνευσης επιστροφή στην επιφάνεια, ο Βερν μπορεί να κατηγορηθεί μόνο γιατί δεν εξέθεσε ποτέ με σαφέστατη πληρότητα σε ένα nineteenth-century prequel την απάντηση στο ερώτημα για την τύχη του πιο σκιώδους (και ως εκ τούτου πιο ενδιαφέροντος) χαρακτήρα του βιβλίου: τι απέγινε ο Arne Saknussemm.

Friday, March 19, 2010

How to begin your morning in the spring


Side A

  1. Sweet Dreams – Marilyn Manson 4.51΄. (Turning a disquieting original into disturbing.)
  2. Snow (Hey Oh) – Red Hot Chili Peppers 5.34΄. (Next year. Maybe. If you behave.)
  3. Ruined in a Day – New Order 3.59΄. (It’s customary with ruin.)
  4. Shot in the Back of the Head – Moby 3.15΄. (Blues from a gun.)
  5. The Departed Tango – Howard Shore 3.32΄. (Tango ‘till they’re sore.)

Side B

  1. Ρομπότ – Ξύλινα Σπαθιά 2.53΄. (Robotics gone awry.)
  2. Reckoner – Radiohead 4.50΄. (Somewhere in Neuromancer’s blank shore.)
  3. Waiting for the Man – David Bowie 6.00΄. (Big long wait. In Santa Monica round ’72.)
  4. One More Cup of Coffee – Bob Dylan 3.43΄. (Always better than one less.)
  5. Razzmatazz – Pulp 4.05΄. (Stripped down, is the bleakest song ever.)

Thursday, March 4, 2010

The opposite of zenith

Σύντομος αφορισμός. Πότε δικαιούται να είναι πεπεισμένος κανείς ότι τα πράγματα έχουν φτάσει στο ναδίρ; Όταν και οι αθλητικογράφοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με την οικονομία. Εκθέτοντας για το ευρύτερο κοινό μια επιλογή όσων χαρακτηρίζουν ενίοτε και τη συνήθη τους γραφή – ευκολίες («τα λεφτά από την ληστεία και την σπατάλη της ελληνικής Οικονομίας»), μεγαλοστομίες («η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, χωρίζεται, πλέον, σε δύο περιόδους. Στην Προ 2010 και στην Μετά 2010»), ανορθογραφίες (το «παρωδικό» είναι αυτό που προκύπτει όταν διασταυρώσετε παροδικό φαινόμενο με ωδικό πτηνό) και εκχυλίσματα παχυλής άγνοιας («αν και το πλέον πιθανό σενάριο, είναι ότι θα επιστρέψουμε στη δραχμή»). Οπωσδήποτε, η αθλητική δημοσιογραφία στην Ελλάδα επισκιάζεται από τα καθημερινά σαλπίσματα του οπαδικού τύπου, αλλά τα αναλυτικά της εργαλεία, ικανά για να προσφέρουν διασκέδαση και εντυπωσιασμό (μετάφραση: «να διαβάσουμε καμιά μαλακία να περάσει η ώρα») ελάχιστα βοηθούν στην αποτίμηση της παρούσας κατάστασης της ελληνικής οικονομίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι μόνο γιατί στην περίπτωσή μας, σε αντίθεση με μεταγραφικά παιχνίδια, κοράκια, παράγκες και άρθρο 44, το «πλέον πιθανό σενάριο» απέχει από το να είναι αυτό που διακινείται στον μικρόκοσμο του αθλητικού χώρου, όπου η πληροφορία δεν έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από τη φήμη. Μεταξύ άρθρου γνώμης και ακατάσχετης καφενειακής φλυαρίας υφίσταται (ή οφείλει να υφίσταται) διάκριση, η οποία έχει να κάνει με το βαθμό ενημέρωσης του γράφοντα αναφορικά με τα γραφόμενα. Και ο σχολιασμός συγκεκριμένων όψεων της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας είθισται να αποδίδεται σε εξειδικευμένους ή εξοικειωμένους με το ζήτημα αρθρογράφους όχι τυχαία, αλλά ακριβώς γιατί η εκφορά μιας άποψης δεν έχει να κάνει με την ακατέργαστη πληροφορία, όπως στο ρεπορτάζ, αλλά με την επεξεργασία και την απόδοσή της ώστε το point να είναι κάτι διαφορετικό από μια λαοσύναξη κοινοτοπιών, βερμπαλισμών και ταξιτζίδικης φιλοσοφίας, γνωστών υπό τον συλλογικό δόκιμο όρο «παπαριές».

Wednesday, February 24, 2010

Of was and when



Προτού τον προδώσει τον Ιούνιο του 2004 μια καρδιά επιβαρυμένη από τις εξαρτήσεις και καταχρήσεις της εποχής του Ziggy Stardust, στερώντας του το κέφι και τις δυνάμεις για περαιτέρω δημιουργία, o κύριος David Jones βρισκόταν στο τέλος μιας δεκαετίας η οποία συναγωνιζόταν σε παραγωγικότητα και ευαισθησία στα μουσικά δρώμενα (αν και όχι τόσο σε έμπνευση) εκείνη που τον είχε καταστήσει κατεξοχήν είδωλο προς μίμηση από ποικίλους φωτογενείς ατάλαντους. Στο πλαίσιο της επανερμηνείας εκείνης του εαυτού του, της μείξης των στυλ και της επιστροφής σε κλασικές φόρμες, εξακολουθούσε να διατείνεται το 1995 that he never lost control, αλλά με έναν πολύ λιγότερο αναιδή και ειρωνικό από τον original τρόπο, πολύ πιο υπαινικτικό και ταιριαστό στο πνεύμα κάποιου που φαίνεται να πούλησε τον κόσμο by stealth – ή να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του γι’ αυτό.

Friday, February 5, 2010

A modest proposal

Μεταξύ των ρυθμίσεων που θα κρίνουν την παροχή ελληνικής ιθαγένειας σε μετανάστες βλέπω με ενδιαφέρον να συμπεριλαμβάνεται η «πλήρης εξοικείωση […] με την πολιτική ιστορία της χώρας». Αμέσως αναρωτήθηκα αυθόρμητα ωστόσο αν αυτή η σπουδή συνεπάγεται ενδεχομένως και τον κίνδυνο αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας από το πλήθος των μαθητών εκείνων που οι εφημερίδες μας τσαμπουνάνε συχνά ότι αγνοούν βασικά στοιχεία και ημερομηνίες – σταθμούς στην ελληνική ιστορία. Ομολογώ ότι εκ πρώτης όψεως ένα παρόμοιο μέτρο μοιάζει υπέρ το δέον αυστηρό από την πλευρά της πολιτείας. Με μια δεύτερη ματιά όμως αντιλαμβάνεται κανείς ότι θα εξυπηρετούσε πολλαπλούς στόχους: ο συναγωνισμός μεταξύ μαθητών και μεταναστών για κενές θέσεις ιθαγένειας, εν είδει γενικών εξετάσεων, θα μπορούσε εκτός της λύσης του μεταναστευτικού ζητήματος να αποτελέσει τόσο εξαιρετικό θέαμα, με την παραδοσιακή μορφή τηλεπαιχνιδιού γνώσεων, όσο και επιπλέον κίνητρο για τη βελτίωση του χθαμαλού εν γένει επιπέδου της ελληνικής παιδείας. Ας θεωρηθεί η ταπεινή αυτή πρόταση ως φόρος τιμής στη μνήμη του εθνικού ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ο οποίος σε μία από τις εξαιρετικά προσεκτικές, και ταυτόχρονα διεισδυτικές, διατυπώσεις του είχε παρατηρήσει ότι στην Ελλάδα η ιστορία είθισται να έχει «χαρακτήραν πρακτικώτερον του συνήθους».

Wednesday, January 20, 2010

Darwin’s Darling



Προτού ο Charles Darwin καταστεί η εικόνα του σεβαστού κυρίου με τη γενειάδα, εξίσου γνωστής ως πολιτισμικού εμβλήματος με τη μορφή του Einstein, η ανάγνωση της αλληλογραφίας του αποκαλύπτει πως υπήρξε ένας τυπικός βικτωριανός gentleman κατά την αρχή που δηλώνει ότι it is a truth universally acknowledged that a single man in possession of a good fortune must be in want of a wife. Για να διορθώσει τη συγκεκριμένη ατέλεια και να πληρώσει την έλλειψη τον Ιούλιο του 1838 ο νεαρός Charles παίρνει ένα φύλλο χαρτί, το χωρίζει σε δύο στήλες, Marry και Not Marry, και αρχίζει να καταγράφει επιχειρήματα. Οπωσδήποτε, τα μειονεκτήματα της όλης υπόθεσης είναι σοβαρά: «λιγότερα χρήματα για βιβλία», «δεν θα μπορώ να διαβάζω τα βράδια», «χάσιμο χρόνου». Έπειτα είναι και οι χαρές της εργένικης ζωής τις οποίες θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να αποχαιρετήσει: η «ελευθερία να πηγαίνει κανείς όπου θέλει» ή οι «συζητήσεις με έξυπνους άνδρες σε κλαμπ». Ωστόσο, ο ίδιος κλίνει μάλλον προς τα θετικά του εγχειρήματος: «παιδιά (με το θέλημα του θεού)» (για τη διαιώνιση του είδους), «έχεις κάποιον να φροντίζει τη σπίτι» (τη δουλάρα), το «γυναικείο κουβεντολόι» (κανείς δεν του είχε μιλήσει για την κρεβατομουρμούρα). Φυσικά, εκείνο που γέρνει την πλάστιγγα υπέρ του γάμου είναι η έννοια της συντροφικότητας: «Constant companion, (& friend in old age) […], –object to be loved & played with.– better than a dog anyhow». Υπό το βάρος του καταλυτικού επιχειρήματος ο Charles σπεύδει να παντρευτεί την πρώτη του ξαδέρφη, Emma Wedgwood. Καθότι η γυναίκα είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.